Στα μαχαίρια,με το υπάρχον,τους υπερασπιστές και τους ψευδείς επικριτές του...
Είναι αναγκαίο να έρθουμε στα μαχαίρια με όλα αυτά.
Καθένας απο εμάς μπορεί να πάψει να κλωθογυρίζει στη σκλαβιά των όσων δεν γνωρίζει και αρνούμενος το δόλωμα των άδειων λέξεων,να έρθει στα μαχαίρια με τη ζωή.
Και επειδή ακόμα και οι κοιμισμένοι συνεργούν σε οσα γίνονται στον κόσμο,ήρθε η ώρα να ακονίσουμε τα μαχαίρια...

Δευτέρα, 11 Μαρτίου 2013

Για την αθλιότητα της σεξουαλικότητας



Μια κοινωνία βασισμένη  στην συγκεντρωτική εξουσία και τις οικονομικές συναλλαγές φτωχαίνει σε κάθε τομέα της ζωής, ακόμα και στους πιο οικείους. Γίνεται πολύς λόγος για τη γυναικεία απελευθέρωση, την απελευθέρωση των ομοφυλόφιλων και τη σεξουαλική απελευθέρωση στους αναρχικούς κύκλους. Και αναλύσεις για την ανδρική κυριαρχία, την πατριαρχία και τον ετερο-σεξισμό δεν είναι τόσο δύσκολο να βρεθούν, αλλά η πραγματικότητα της σεξουαλικής αθλιότητας φαίνεται να αγνοείται σε μεγάλο βαθμό. Ζητήματα που έχουν να κάνουν με τη σεξουαλική έκφραση περιορίζονται σε μεγάλο βαθμό σ’ αυτά που έχουν να κάνουν με τη μονογαμία, τη μη-μονογαμία, τον πολυ-ερωτισμό και άλλα τέτοια θέματα των μηχανισμών των ερωτικών σχέσεων. Ο περιορισμός αυτός είναι από μόνος του, κατά τη γνώμη μου, μια αντανάκλαση της σεξουαλικής μας φτώχειας κι εξαθλίωσης- ας αρκεστούμε στο να μιλάμε για σχεσιακούς μηχανισμούς ώστε να αποφύγουμε το θέμα της ποιότητας αυτών των σχέσεων.
Υπάρχουν πολλοί παράγοντες που επηρεάζουν τη σεξουαλική εξαθλίωση που βιώνουμε σ’ αυτή την κοινωνία. Αν εξετάσουμε τις απαρχές της, φυσικά, οι θεσμοί του γάμου και της οικογένειας και η επιβολή πατριαρχικών κοινωνικών δομών είναι σημαντικοί κι ο ρόλος τους δε μπορεί να αγνοηθεί. Όμως, στην παρούσα φάση, τουλάχιστον εδώ στη λεγόμενη Δύση, η ισχύς αυτών των θεσμών έχει μειωθεί σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες. Ωστόσο, η σεξουαλική εξαθλίωση δεν έχει. Αν έχει μεταβληθεί κάπως, τότε έχει γίνει πιο έντονη και απεγνωσμένα αισθητή.
Η ίδια διαδικασία που έχει οδηγήσει στην αποδυνάμωση και τη σταδιακή διάλυση της οικογένειας είναι ό,τι τώρα στηρίζει αυτή τη σεξουαλική αθλιότητα: η διαδικασία της εμπορευματοποίησης. Η εμπορευματοποίηση της σεξουαλικότητας είναι, φυσικά, τόσο παλιά όσο και η πορνεία (και έτσι σχεδόν τόσο παλιά όσο και ο πολιτισμός), αλλά τις τελευταίες πέντε δεκαετίες, η διαφήμιση και τα μίντια έχουν εμπορευματοποιήσει την έννοια της σεξουαλικότητας. Διαφημίσεις που μας προσφέρουν χαρισματικά σεξουαλική επιθυμία, αναμένεται να οδηγήσουν σε αυθόρμητο πάθος μέσα από αποσμητικά, οδοντόκρεμες, αρώματα κι αυτοκίνητα. Ταινίες και τηλεοπτικές εκπομπές μας πουλάνε την εικόνα της ευκολίας με την οποία ο καθένας μπορεί να πάρει όμορφους ανθρώπους στο κρεβάτι του. Φυσικά, αν κάποιος είναι όμορφος και χαρισματικός από μόνος του- και έτσι τα αποσμητικά, τα αρώματα, τα γυμναστήρια, οι δίαιτες και τα τζελ για τα μαλλιά πουλάνε. Μας δίδαξαν να επιθυμούμε πλαστικές εικόνες “ομορφιάς” που είναι ανέφικτες γιατί είναι σε μεγάλο βαθμό πλασματικές. Αυτή η δημιουργία του ανέφικτου, των τεχνιτών επιθυμιών, εξυπηρετούν τις ανάγκες του κεφαλαίου τέλεια, γιατί εγγυώνται μια συνεχή υποσυνείδητη δυσαρέσκεια που κάνει τους ανθρώπους να αγοράζουν διαρκώς σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να διευκολύνουν τους πόθους τους.
Η εμπορευματοποίηση της σεξουαλικότητας έχει οδηγήσει σε ένα είδος «απελευθέρωσης» στο σχήμα των σχέσεων της αγοράς. Δε βλέπουμε μόνο συχνά σεξουαλικές σχέσεις μεταξύ άγαμων ανθρώπων στη μεγάλη οθόνη, αλλά όλο και περισσότερο η ομοφυλοφιλία, η αμφιφυλοφιλία και οι σεξουαλικές εκκεντρικότητες κερδίζουν κάποιο επίπεδο αποδοχής στην κοινωνία. Φυσικά, κατά τρόπο που να ικανοποιεί τις ανάγκες της αγοράς. Στην πραγματικότητα, αυτές οι πρακτικές μετατρέπονται σε ταυτότητες, στις οποίες συμμορφώνεται ο καθένας λιγότερο ή περισσότερο. Έτσι, αρχίζουν να απαιτούν πολύ περισσότερα από την πρακτική της καθέκαστης σεξουαλικής πράξης. Ένα ολόκληρο “lifestyle” συνδέεται με αυτά, συμπεριλαμβανομένης της συμμόρφωσης, της προβλεψιμότητας, ειδικά μέρη που συχνάζουν, ειδικά προϊόντα που αγοράζουν. Με αυτό τον τρόπο, υποκουλτούρες όπως οι gay, οι λεσβίες, οι bi, τα δερμάτινα, η πειθαρχία, η κυριαρχία και η υποβολή, ο σαδομαζοχισμός (bdsm) λειτουργούν ως αγορές στόχοι έξω από την παραδοσιακή οικογένεια και τα γενεολογικά πλαίσια. Στην πραγματικότητα, η εμπορευματοποίηση της σεξουαλικότητας τοποθετεί κάθε μορφή σεξουαλικής πρακτικής σε ένα πλαίσιο προϊόντων προς πώληση έναντι κάποιας τιμής. Στη σεξουαλική αγορά, καθένας προσπαθεί να πουλήσει τον εαυτό του στο μεγαλύτερο πλειοδότη, ενώ προσπαθεί να αγοράσει όσους τον ελκύουν στη χαμηλότερη τιμή. Έτσι, έχουμε τη σύνδεση της σεξουαλικότητας με την κατάκτηση, τον ανταγωνισμό, τους αγώνες για εξουσία. Έτσι, έχουμε τα παράλογα παιχνίδια του να παίζεις σκληρά για να πάρεις ή να προσπαθείς να πιέσεις τον άλλο να κάνετε σεξ. Και έτσι, έχουμε και την κτητικότητα που τόσο συχνά αναπτύσσεται σε τρέχουσες σχέσεις “αγάπης”- στην τελική στο καθεστώς της αγοράς, δεν ανήκει σε κάποιον αυτό που έχει αγοράσει;
Στο πλαίσιο αυτό, η σεξουαλική πράξη από μόνη της τείνει να λάβει μια σχετικά πιο μετρημένη, ποσοτικοποιημένη μορφή σύμφωνα με αυτή την εμπορευματοποίηση. Μέσα σε μια καπιταλιστική κοινωνία, δεν πρέπει να αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι η “απελευθέρωση” της σεξουαλικής ειλικρίνειας θα σήμαινε κατα κύριο λόγο την αύξηση της συζήτησης σχετικά με τους μηχανισμούς του σεξ. Η χαρά της σεξουαλικής πράξης υποβιβάζεται όχι μόνο σε απλή σωματική ευχαρίστηση, αλλά ειδικότερα σε οργασμό, και το επίκεντρο των σεξουαλικών συζητήσεων είναι πλέον οι μηχανισμοί για πιο αποτελεσματική επίτευξη οργασμού. Δε θέλω να παρεξηγηθώ. Ένας εκστατικός οργασμός είναι ένα υπέροχο πράγμα. Αλλά, επικεντρώνοντας μια σεξουαλική συνέυρεση γύρω απ’ την επίτευξη οργασμού οδηγεί στο να χάσουμε επαφή με τη χαρά του να χαθεί ο ένας μέσα στον άλλο εδώ και τώρα. Αντί να είναι μια βύθιση του ενός στον άλλο, το σεξ που επικεντρώνεται γύρω απ’ την επίτευξη οργασμού γίνεται εργασία με σκοπό την επίτευξη στόχου, γίνεται χειραγώγηση συγκεκριμένων μηχανισμών για την επίτευξη ενός σκοπού.
Κατα τη γνώμη μου, αυτό μετατρέπει όλη τη σεξουαλική πράξη σε μια κατα βάση αυνανιστική δραστηριότητα – δύο άνθρωποι χρησιμοποιούν ο ένας τον άλλο για να πετύχουν ένα επιθυμητό αποτέλεσμα, ανταλλάσοντας (με την πλέον οικονομική έννοια) ευχαρίστηση χωρίς να δίνουν τίποτα απ’ τον εαυτό τους. Σε τέτοιες υπολογισμένες από πριν αλληλεπιδράσεις, δεν υπάρχει θέση για αυθορμητισμό, πάθος χωρίς όρια, ή εγκατάλειψη του εαυτού του ενός στον άλλο.
Αυτό είναι το κοινωνικό πλαίσιο της σεξουαλικότητας στο οποίο ζούμε αυτή τη στιγμή. Στο πλαίσιο αυτό, υπάρχουν πολλοί άλλοι παράγοντες που ενισχύουν ακόμα περισσότερο την εξαθλίωση της σεξουαλικότητας. Ο καπιταλισμός χρειάζεται μερικά απελευθέρωτικά κινήματα όλων των ειδών, τόσο για να φρενάρει την εξέγερση, όσο και για να διαδόσει το γελοίο κανόνα της αγοράς σε όλο και περισσότερες πτυχές της ζωής. Έτσι, ο καπιταλισμός χρειάζεται φεμινισμό, φυλετικά και εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα, κινήματα απελευθέρωσης των ομοφυλοφίλων και ναι, χρειάζεται τη σεξουαλική απελευθέρωση. Αλλά ο καπιταλισμός δε αφήνει ποτέ να φανούν αμέσως οι παλιές μέθοδοι κυριαρχίας και εκμετάλλευσης, κι όχι μόνο επειδή είναι ένα αργό και δυσκίνητο σύστημα. Μέρος των απελευθερωτικών αγώνων διατηρούν τη “θεραπευτική” τους χρήση με το να συνεχίζουν να έχουν την παλιά καταπίεση ως αντιστάθμισμα για να εμποδίσουν αυτούς που εμπλέκονται στους απελευθερωτικούς αγώνες απ’ το να δούν την αθλιότητα της “απελευθέρωσής” τους στην παρούσα κοινωνική δομή. Έτσι, αν ο πουριτανισμός και η σεξουαλική καταπίεση είχαν πραγματικά εξαλειφθεί μέσα στον καπιταλισμό, η φτώχεια της δήθεν πιο φεμινιστικής συνείδησης , των φιλικών απέναντι στους gay sex shops, θα ήταν προφανής.
Κι έτσι, ο πουριτανισμός συνεχίζεται και όχι απλά σαν κάτι ξεπερασμένο που έχει ξεμείνει από παλιές εποχές. Εκδηλώνεται με προφανείς τρόπους, όπως η συνεχής πίεση να παντρευτούν (ή τουλάχιστον να αποκτήσουν μια ταυτότητα ως ζευγάρι) και να κάνουν οικογένεια. Αλλά εκδηλώνεται επίσης και με τρόπους που οι περισσότεροι άνθρωποι δε θα παρατηρούσαν, επειδή δεν έχουν εξετάσει ποτέ άλλες δυνατότητες. Η εφηβεία είναι η εποχή που οι σεξουαλικές ορμές είναι εντονότερες λόγω των αλλαγών στο σώμα που λαμβάνουν χώρα. Σε μια υγιή κοινωνία, μου φαίνεται ότι οι έφηβοι θα έχουν κάθε ευκαιρία να εξερευνήσουν τις επιθυμίες τους χωρίς φόβο ή μομφή, αλλά με ειλικρίνεια και συμβουλές, εφόσον το επιθυμούν, από τους ενήλικες. Αν και οι έντονες σεξουαλικές επιθυμίες των εφήβων αναγνωρίζονται σαφώς (πόσο τηλεοπτικό και κινηματογραφικό χιούμορ βασίζεται στην ένταση των εν λόγω επιθυμιών και την αδυναμία της εξερεύνησής τους με ελεύθερο κι ανοιχτό τρόπο; ) σ’ αυτήν την κοινωνία , αντί να δημιουργούνται τα μέσα για αυτές τις επιθυμίες να διερευνηθούν ελεύθερα, αυτή η κοινωνία τις καταδικάζει, ζητώντας αποχή, αφήνοντας τους εφήβους είτε να αγνοούν τις επιθυμίες τους, να περιορίζονται στον αυνανισμό ή να δέχονται συχνά βεβιασμένο σεξ σε καταστάση υψηλής πίεσης και σε ένα περιβάλλον που δεν είναι άνετο γι’ αυτούς, προκειμένου να αποφύγουν τον εντοπισμό. Είναι δύσκολο να μην αναρωτιέται κανείς πώς οποιοδήποτε είδος υγιούς σεξουαλικότητας είναι δυνατόν να αναπτυχθεί μέσα απ’ αυτό.

Επειδή το μόνο είδος σεξουαλικής “απελευθέρωσης” που χρησιμοποιείται στον καπιταλισμό είναι αυτή που συνεχίζει να βολέυεται στη σεξουαλική ανεπάρκεια, κάθε εργαλείο για τη διατήρηση της σεξουαλικής καταπίεσης στα μέσα μιας πλασματικής απελευθέρωσης, χρησιμοποιείται. Απ’ τη στιγμή που οι παλιές δικαιολογίες που βασίζονταν στη θρησκεία για τη σεξουαλική καταπίεση δεν κατέχουν πλέον έδαφος σε μεγάλες μερίδες του πληθυσμού, ένας υλικός φόβος για το σεξ πλέον δρα καταλυτικά για ένα καταπιεστικό σεξουαλικό περιβάλλον. Ο φόβος αυτός προωθείται κυρίως σε δύο μέτωπα. Πρώτα απ ‘όλα υπάρχει ο φόβος της σεξουαλικής κακοποίησης. Η παιδική κακοποίηση, η σεξουαλική καταδίωξη και ο βιασμός είναι πολύ πραγματικά περιστατικά. Αλλά τα μίντια παραφουσκώνουν την πραγματικότητα με υπερβολικούς αριθμούς και προβληματισμούς. Ο χειρισμός των θεμάτων αυτών από τις αρχές και τα μέσα ενημέρωσης δεν έχουν, σαφώς, ως στόχο να αντιμετωπίσουν τα πραγματικά προβλήματα, αλλά να προωθήσουν έναν συγκεκριμένο φόβο. Στην πραγματικότητα, οι περιπτώσεις μη-σεξουαλικής βίας κατά των παιδιών και των γυναικών (και αναφέρομαι ιδιαίτερα στις πράξεις βίας που βασίζονται ακριβώς στο γεγονός ότι τα θύματα είναι παιδιά και γυναίκες) είναι πολλές φορές πιο συχνές απ’ τις περιπτώσεις σεξουαλικής βίας. Αλλά, το σεξ έχει αποκτήσει μια τόσο ισχυρή κοινωνική δύναμη που δίνει στις πράξεις σεξουαλικής βίας μια πολύ πιο τρομακτική εικόνα. Και ο φόβος που προωθείται στα μίντια σε σχέση με τις πράξεις αυτές συμβάλλει στην ενίσχυση μια γενικής κοινωνικής στάσης ότι το σεξ είναι επικίνδυνο και πρέπει να καταπιεστεί ή, τουλάχιστον, να είναι ελεγχόμενο δημόσια.
Δεύτερον, υπάρχει ο φόβος των σεξουαλικώς μεταδιδόμενων νοσημάτων και ιδιαίτερα του AIDS. Στην πραγματικότητα, απ’ τις αρχές της δεκαετίας του ’80 ο φόβος για τα σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα είχε πάψει σε μεγάλο βαθμό να λειτουργεί ως τρόπος για να τρομάζουν και να απωθούν τους ανθρώπους απ’ το σεξ. Τα περισσότερα ΣΜΝ αντιμετωπίζονται αρκετά εύκολα, και οι πιο σκεπτόμενοι άνθρωποι γνώριζαν ήδη τη χρησιμότητα των προφυλακτικών για την πρόληψη της εξάπλωσης της γονόρροιας, της σύφιλης και μιας σειράς άλλων ασθενειών. Τότε, ανακαλύφθηκε το AIDS. Υπάρχουν ένα σωρό πράγματα να ειπωθούν για το AIDS, πολλά ερωτήματα μπορούν να τεθούν, πολλές σκιερές επιχειρήσεις (με την κυριολεκτική έννοια του όρου) σχετικά μ’ αυτό το φαινόμενο, άλλα σε σχέση με το παρόν θέμα, παρείχε μια βάση για τη χρήση του φόβου των ΣΜΝ, για να προωθηθεί και πάλι η σεξουαλική αποχή ή, τουλάχιστον, οι λιγότερο αυθόρμητες, λιγότερο απομονωμένες, περισσότερο αποστειρωμένες σεξουαλικές συνευρέσεις.
Στη μέση ενός τόσο διεστραμμένου σεξουαλικού περιβάλλοντος, ένας άλλος παράγοντας αναπτύσσεται που φαίνεται να είναι σχεδόν αναπόφευκτος. Μια αυξανόμενη τάση να προσκολλώμαστε απελπισμένα σε εκείνους με τους οποίους έχουμε μια κάποια σχέση, ασχέτως πόσο φτωχή είναι αυτή. Ο φόβος να μείνουμε μόνοι, χωρίς εραστή ή ερωμένη, οδηγεί στην προσκόλληση σ’έναν “εραστή” που έχουμε πάψει από καιρό να αγαπάμε πραγματικά. Ακόμα κι όταν το σεξ συνεχίζει να υπάρχει σ’ αυτές τις σχέσεις, είναι πιθανό να είναι καθαρά μηχανικό και τελετουργικό, σίγουρα όχι μια στιγμή ολοκληρωτικής εγκατάλειψης του εαυτού στον άλλον.
Και φυσικά, υπάρχουν κι αυτοί που απλά νιώθουν ότι δε μπορούν να λειτουργήσουν μέσα σ’αυτό το θλιβερό, φτωχό κλίμα, αυτό το πάμπτωχο περιβάλλον τεχνητών και φοβισμένων σχέσεων, και έτσι δεν προσπαθούν καν. Δεν είναι η έλλειψη επιθυμίας που υποχρεώνει την “αποχή” τους, αλλά η απροθυμία να πωλούν τους εαυτούς τους και μια απελπισία στη δυνατότητα σεξουαλικών επαφών που διακατέχονται από αληθινά συναισθήματα. Συχνά πρόκειται για άτομα που στο παρελθόν έχουν μπει στην ουρά αναζήτησης έντονων, παθιασμένων ερωτικών συντρόφων και έχουν δεχθεί την απόρριψη σαν μειοψηφία. Έβαζαν τον εαυτό τους για στοίχημα, και οι άλλοι αγόραζαν και πουλούσαν. Και έχουν χάσει τη θέληση να συνεχίσουν να στοιχηματίζουν τον εαυτό τους.
Σε κάθε περίπτωση, ζούμε, πράγματι, σε μια κοινωνία που ό,τι αγγίζει το ξεφτυλίζει, και επομένως και το σεξουαλικό ζήτημα. Η σεξουαλική απελέυθέρωση – με την πραγματική έννοια του όρου, είναι η δικιά μας απελευθέρωση να εξερευνήσουμε την πληρότητα της σωματικής ερωτικής εγκατάλειψης του εαυτού σου στον άλλο (ή τους άλλους) – δεν μπορεί ποτέ να επιτευχθεί πλήρως μέσα σ’ αυτή την κοινωνία, επειδή αυτή η κοινωνία απαιτεί φτωχές, εμπορευματοποιημένες σεξουαλικές επαφές, όπως ακριβώς απαιτεί όλες οι συναλλαγές της να είναι εμπορευματοποιημένες, μετρήσιμες, ποσοτικοποιημένες.
Έτσι οι ελεύθερες σεξουαλικές επαφές, όπως κάθε ελεύθερη επαφή, μπορούν μόνο να υπάρξουν ενάντια σ’ αυτή την κοινωνία. Αλλά αυτό δεν πρέπει να προκαλεί απόγνωση (η απόγνωση, εξάλλου, δεν είναι παρά μόνο η άλλη όψη της ελπίδας), αλλά μάλλον ανατρεπτική εξερεύνηση. Οι πτυχές της αγάπης είναι τεράστιες κι υπάρχουν άπειρα μονοπάτια προς εξερεύνηση. Η τάση ανάμεσα στους αναρχικούς (τουλάχιστον στις ΗΠΑ) να μειώνουν τα ζητήματα της σεξουαλικής απελευθέρωσης σ’αυτά που σχετίζονται με μηχανισμούς σχέσεων (μονογαμία, μη-μονογαμία, πολυερωτισμός, “ακολασία”, κλπ) πρέπει να ξεπεραστεί. Η ελεύθερη σεξουαλική έκφραση έχει χώρο για όλα αυτά και πολλά παραπάνω. Στην πραγματικότητα, ο σεξουαλικός πλούτος δεν έχει να κάνει ούτε με μηχανισμούς (είτε σχέσεων, είτε οργασμών), ούτε με την ποσότητα (ο καπιταλισμός έχει αποδείξει προ πολλού ότι όσο περισσότερο αποτελεσματικά σκατά κι αν μαζευτούν, ακόμα θα μυρίζουνε το ίδιο). Αντίθετα, έγκειται στην αναγνώριση ότι η σεξουαλική ικανοποίηση δεν είναι μόνο ζήτημα ηδονής ως τέτοια, αλλά ιδιαίτερα της ηδονής αυτής που πηγάζει από πραγματική επαφή και αναγνώριση, ένωση των επιθυμιών και των σωμάτων, και αρμονία, ικανοποίηση και έκσταση που προέρχεται απ’ όλα αυτά. Υπό το πρίσμα αυτό, είναι σαφές ότι πρέπει να επιδιώκουμε οι σεξουαλικές μας επαφές να είναι όπως όλες οι υπόλοιπες επαφές μας, σε πλήρη αντίθεση μ’ αυτή την κοινωνία, όχι από επαναστατικό καθήκον, αλλά επειδή είναι ο μόνος δυνατός τρόπος να έχουμε πλήρεις, πλούσιες, ανεμπόδιστες σεξουαλικές επαφές στις οποίες η αγάπη παύει να είναι μια απεγνωσμένη αμοιβαία εξάρτηση και αντ’ αυτού γίνεται μια διαρκής εξερεύνηση του αγνώστου.

Aναρχισμός και αλκοόλ


Διεισδύοντας στην ομίχλη πίσω από τα μάτια του, είδε ένα αλκοολόγραμμα: έναν κόσμο αγωνιώδη, όπου η μέθη είναι η μόνη διαφυγή. Μισώντας τον εαυτό του ακόμη περισσότερο από ό, τι μισούσε τις εταιρείες δολοφόνους που το δημιούργησαν, σηκώθηκε τρεκλίζοντας και κατευθύνθηκε προς την κάβα. Βολεμένοι στα ρετιρέ τους, μετρούν τα δολάρια που εισρέουν από τα εκατομμύρια σαν κι αυτόν, και γελάνε πονηρά με την ευκολία με την οποία συντρίφτηκε η αντίσταση. Αλλά κι αυτοί συχνά πρέπει να πιούν για να κοιμηθούν – αν ποτέ οι ηττημένες μάζες σταματήσουν να επιστρέφουν για περισσότερο, σκέφτονται οι μεγαλοεπιχειρηματίες, θα το πληρώσουν ακριβά.

Λιώμα, πίτα, ντίρλα, τύφλα, σκνίπα, στουπί, σούρα, φέσι, λιάρδα. Ξέρουμε πως οι άνθρωποι στην αρκτική έχουν εκατό λέξεις για το χιόνι. Εμείς έχουμε εκατό λέξεις για το μεθύσι. Διαιωνίζουμε τη δική μας κουλτούρα της ήττας.

Μια στιγμή – βλέπω πως στράβωσες τα μούτρα: είναι αυτοί οι αναρχικοί τόσο στρυφνοί ώστε να αρνούνται το μόνο διασκεδαστικό κομμάτι του αναρχισμού – τη μπύρα μετά την πορεία, το ποτό στην παμπ όπου συζητιούνται οι πιο απίθανες θεωρίες; Τι κάνουν για διασκέδαση τέλος πάντων – συκοφαντούν τη λίγη διασκέδαση που έχουμε; Δεν μπορούμε να χαλαρώσουμε και να περάσουμε καλά κάποια στιγμή στη ζωή μας;

Μην μας παρεξηγήσετε: δεν είμαστε κατά της απόλαυσης, αλλά υπέρ της. Ο Ambrose Bierce ορίζει τον ασκητή ως “ένα αδύναμο άτομο που υποκύπτει στον πειρασμό να αρνηθεί στον εαυτό του την ευχαρίστηση”, και εμείς συμφωνούμε. Όπως έγραψε ο Chuck Baudelaire, θα πρέπει πάντα να είσαι φτιαγμένος –  όλα εξαρτώνται από αυτό. Έτσι, δεν είμαστε αντίθετοι στη μέθη, αλλά στο ποτό! Γιατί εκείνοι που χρησιμοποιούν το ποτό ως δρόμο προς τη μέθη στερούν από τον εαυτό τους τη γοητεία της ζωής.

Το ποτό, όπως η καφεΐνη ή η ζάχαρη στο σώμα, παίζει απλώς ένα ρόλο που η ίδια η ζωή μπορεί να προσφέρει ούτως ή άλλως. Η γυναίκα που δεν πίνει ποτέ καφέ δεν τον χρειάζεται το πρωί όταν ξυπνά: το σώμα της παράγει ενέργεια και συγκέντρωση από μόνο του, όπως είναι προετοιμασμένο να κάνει από χιλιάδες γενιές εξέλιξης. Αν πίνει καφέ τακτικά, σύντομα το σώμα της επιτρέπει στον καφέ να αναλάβει αυτόν τον ρόλο, και αυτή γίνεται εξαρτημένη από τον καφέ. Έτσι το αλκοόλ παρέχει τεχνητά προσωρινές στιγμές χαλάρωσης και απελευθέρωσης ενώ αφαιρεί από τη ζωή ό,τι είναι πραγματικά ξεκούραστο και απελευθερωτικό.

Αν κάποιοι νηφάλιοι άνθρωποι σ’ αυτή την κοινωνία δεν μοιάζουν τόσο παράτολμοι και ελεύθεροι όσο οι πότες, αυτό είναι ένα απλό ατύχημα της κουλτούρας, μια συμπτωματική ένδειξη. Οι πουριτανοί υπάρχουν στον κόσμο στεγνοί από μαγεία και ιδιοφυΐα λόγω του αλκοολισμού των συνανθρώπων τους (και του καπιταλισμού, της ιεραρχίας, τη δυστυχίας που αυτός βοηθά να διατηρείται) – η μόνη διαφορά είναι ότι είναι τόσο αυτο-απαρνούμενοι ώστε να αρνούνται ακόμη και την ψεύτικη μαγεία, το τζίνι στο μπουκάλι. Αλλά οι «νηφάλιοι», που ο προσανατολισμός τους στη ζωή μπορεί να περιγραφεί ως μαγεμένος ή εκστατικός, είναι άφθονοι, αν κοιτάξετε προσεκτικά. Για τα άτομα αυτά – για εμάς – η ζωή είναι μια συνεχής γιορτή που δεν χρειάζεται μεγέθυνση και από την οποία δε χρειαζόμαστε ανάπαυλα.

Το αλκοόλ όπως το Prozac και όλα τα άλλα φάρμακα που ελέγχουν το μυαλό και που δίνουν μεγάλα κέρδη για τον Μεγάλο Αδερφό στις μέρες μας, υποκαθιστά τη θεραπεία με την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων. Διώχνει τον πόνο μιας βαρετής, μονότονης ύπαρξης για λίγες ώρες στην καλύτερη περίπτωση, και μετά επιστρέφει διπλά. Όχι μόνο αντικαθιστά τις θετικές δράσεις που θα αντιμετώπιζαν τις βασικές αιτίες της απελπισίας μας – τις εμποδίζει, γιατί περισσότερη ενέργεια επικεντρώνεται στην ανάρρωση από την κατάσταση μέθης. Όπως και οι διακοπές του εργαζομένου, το ποτό είναι μια βαλβίδα που απελευθερώνει την ένταση, διατηρώντας παράλληλα το σύστημα που τη δημιουργεί.

Σε αυτή την αυτοματοποιημένη κουλτούρα έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε τους εαυτούς μας ως απλά μηχανήματα: προσθέστε το κατάλληλο χημικό για να πάρετε το επιθυμητό αποτέλεσμα. Στην αναζήτησή μας για υγεία, ευτυχία, νόημα στη ζωή, τρέχουμε από τη μία πανάκεια στην επόμενη – Viagra, βιταμίνη C, βότκα – αντί να πλησιάσουμε τις ζωές μας ολιστικά και να αντιμετωπίσουμε τα προβλήματα στις κοινωνικές και οικονομικές ρίζες τους. Αυτή η νοοτροπία που βασίζεται στο προϊόν είναι το θεμέλιο της αλλοτριωμένης καταναλωτικής κοινωνίας μας: χωρίς να καταναλώνουμε προϊόντα, δεν μπορούμε να ζήσουμε! Προσπαθούμε να αγοράσουν χαλάρωση, κοινωνικότητα, αυτοπεποίθηση – τώρα, ακόμη και η έκσταση υπάρχει σε χάπι!

Θέλουμε την έκσταση ως τρόπο ζωής, όχι ως μια μέρα ανάπαυλας που δηλητηριάζει το συκώτι. “Η ζωή είναι χάλια – μεθύστε” είναι η ουσία του επιχειρήματος που ακούμε από το στόμα των αφεντικών μας, και στη συνέχεια βγαίνει και από το δικό μας στόμα, διαιωνίζοντας όποιες τυχαίες και άσκοπες αλήθειες στις οποίες μπορεί να αναφέρεται – αλλά εμείς δεν το πιστεύουμε πια! Ενάντια στο μεθοκόπημα – για τη μέθη! Κάψτε τις κάβες, και αντικαταστήστε τες με παιδικές χαρές!

Για μια διαυγή Βακχική, εκστατική κοινωνία!

Πλαστή εξέγερση

Σχεδόν κάθε παιδί στη σύγχρονη δυτική κοινωνία μεγαλώνει με το αλκοόλ ως τον απαγορευμένο καρπό τον οποίο οι γονείς και άλλοι ενήλικες απολαμβάνουν. Η απαγόρευση αυτή κάνει το ποτό  πολύ πιο συναρπαστικό για τους νέους, και όταν βρίσκουν την ευκαιρία, αμέσως διεκδικούν την ανεξαρτησία τους, κάνοντας ακριβώς αυτό που τους έχουν πει να μην κάνουν: επαναστατούν ακολουθώντας το παράδειγμα που τους έχει δοθεί. Αυτό το υποκριτικό πρότυπο είναι καθιερωμένο για την ανατροφή των παιδιών σε αυτήν την κοινωνία, και λειτουργεί ώστε να αναπαράγονται μια σειρά από καταστροφικές συμπεριφορές που σε διαφορετική περίπτωση θα απέρριπταν επιθετικά οι νέες γενιές. Το γεγονός ότι η ψεύτικη ηθική πολλών γονιών που καταναλώνουν οινόπνευμα αντικατοπτρίζεται στην υποκριτική πρακτική θρησκευτικών ομάδων, βοηθά να δημιουργήσει μια ψευδή διχοτομία μεταξύ της πουριτανικής αυταπάρνησης, και τους πότες που αγαπούν τη ζωή και την ελευθερία – με “φίλους” σαν τους Βαπτιστές ιερείς, εμείς που απέχουμε από το ποτό αναρωτιόμαστε, ποιος χρειάζεται εχθρούς;

 Οι οπαδοί της Επαναστατικής Μέθης και οι υποστηρικτές της Υπεύθυνης Αποχής είναι πιστοί αντίπαλοι. Οι πρώτοι χρειάζονται τους δεύτερους ώστε οι κατηφείς τελετές τους να μοιάζουν με διασκέδαση. Οι δεύτεροι χρειάζονται τους πρώτους για να κάνουν την άκαμπτη αυστηρότητά τους να φαίνεται σαν κοινή λογική. Μια «εκστατική νηφαλιότητα», που καταπολεμά την θλιβερότητα του ενός και του θολότητα του άλλου – ψεύτικη ευχαρίστηση και ψεύτικη διακριτικότητα εξίσου – είναι ανάλογη με τον αναρχισμό που αντιμετωπίζει τόσο την ψευδή ελευθερία που προσφέρει ο καπιταλισμός, όσο και την ψευδή κοινωνικότητα που προσφέρεται από τον κομμουνισμό.


Ας το πούμε ξεκάθαρα: σχεδόν όλοι μας ερχόμαστε από κάπου όπου η σεξουαλικότητά μας είναι ή ήταν κατεχόμενο έδαφος. Μας έχουν βιάσει, κακομεταχειριστεί, επιτεθεί, ντροπιάσει, φιμώσει, συγχύσει, σχηματίσει, προγραμματίσει. Είμαστε κακοί, και τα παίρνουμε όλα πίσω, διεκδικούμε ξανά τους εαυτούς μας. Αλλά για τους περισσότερους από εμάς, αυτή είναι μια αργή, περίπλοκη διαδικασία που δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμα.

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε να κάνουμε καλό, ασφαλές, υποστηρικτικό σεξ τώρα, στη μέση της επούλωσης – αλλά αυτό κάνει το σεξ λίγο πιο περίπλοκο. Για να είμαστε σίγουροι ότι δεν διαιωνίζουμε ή δε βοηθάμε να διαιωνιστούν αρνητικές συνήθειες στη ζωή ενός εραστή, πρέπει να είμαστε σε θέση να επικοινωνούμε με σαφήνεια και ειλικρίνεια προτού τα πράγματα φτάσουν στο επίμαχο σημείο – και κατά τη διάρκεια, και μετά. Λίγα πράγματα παρεμβαίνουν σε αυτή την επικοινωνία όπως το αλκοόλ. Σ’ αυτή την κουλτούρα της άρνησης, μας ενθαρρύνουν να το χρησιμοποιήσουμε το αλκοόλ ως κοινωνικό λιπαντικό για να μας βοηθήσει να ξεπεράσουμε τις αναστολές μας. Πολύ συχνά αυτό σημαίνει απλά να αγνοήσουμε τους φόβους και τις πληγές μας, και να μην ρωτάμε για τους φόβους και τις πληγές των άλλων. Αν είναι επικίνδυνο, όπως και όμορφο να μοιραστούμε τον έρωτα νηφάλιοι, πόσο πιο επικίνδυνο πρέπει να είναι αν το κάνουμε μεθυσμένοι, απερίσκεπτοι, και ασυνάρτητοι;

Μιλώντας για το σεξ, αξίζει να σημειωθεί ο υποστηρικτικός ρόλος τους αλκοόλ στην πατριαρχική δυναμική των δύο φύλων. Για παράδειγμα – σε πόσες πυρηνικές οικογένειες ο αλκοολισμός έχει βοηθήσει να διατηρηθεί μια άνιση κατανομή της δύναμης και της πίεσης (όλοι οι συγγραφείς αυτού του δοκιμίου θυμούνται περισσότερες από μία περιπτώσεις μεταξύ των συγγενών τους και μόνο). Η αυτοκαταστριφικότητα του μεθυσμένου άντρα, που προκαλείται, όπως φαίνεται, από τη φρίκη της επιβίωσης μέσα στον καπιταλισμό, επιβάλλει ακόμη μεγαλύτερη επιβάρυνση στη γυναίκα, η οποία πρέπει να εξακολουθεί να κρατά ενωμένη την οικογένεια – συχνά αντιμετωπίζοντας τη βία του άντρα. Και για το θέμα της δυναμικής …

 Η τυραννία της απάθειας

“Κάθε πρότζεκτ  αναρχικών που συμμετέχω καταστρέφεται ή σχεδόν καταστρέφεται από το αλκοόλ. Φτιάχνεις μια κολεκτίβα και όλοι είναι τόσο μεθυσμένοι ή μαστουρωμένοι για να κάνουν τις βασικές δουλειές, πόσο μάλλον να διατηρήσουν μια στάση σεβασμού. Θέλεις να δημιουργήσεις μια κοινότητα, αλλά μετά ο καθένας πηγαίνει πίσω στο δωμάτιό του και λιώνει στο ποτό. Αν δεν κάνουν κατάχρηση μιας ουσία θα κάνουν μιας άλλης. Καταλαβαίνω ότι το να προσπαθείς να εξαλείψεις τη συνείδησή σου είναι μια φυσική αντίδραση στο ότι γεννηθήκαμε σε μια αποξενωτική καπιταλιστική κόλαση, αλλά θέλω οι άνθρωποι να δουν τι κάνουν οι αναρχικοί και να πουν “Ναι, αυτό είναι καλύτερο από τον καπιταλισμό!” … αλλά είναι δύσκολο να το πουν αν δεν μπορείς να περπατήσεις χωρίς να πατάς σε σπασμένα μπουκάλια. Δεν θεωρούσα ποτέ τον εαυτό μου στεγνό, αλλά γαμώτο, δεν το ανέχομαι άλλο αυτό! “

Λέγεται ότι όταν ο γνωστός αναρχικός Όσκαρ Ουάιλντ άκουσε για πρώτη φορά το παλιό σύνθημα «αν είναι ταπεινωτικό να σε εξουσιάζουν, πόσο πιο ταπεινωτικό είναι να εκλέγεις τους εξουσιαστές σου», απάντησε: «Αν είναι ταπεινωτικό να επιλέγεις αφεντικό, πόσο πιο ταπεινωτικό είναι να είσαι εσύ αφεντικό του εαυτού σου». Με αυτό σκόπευε να κάνει κριτική στην ιεραρχία εντός του εαυτού, καθώς και του δημοκρατικού κράτους – αλλά, δυστυχώς, το αστείο του θα μπορούσε να εφαρμοστεί κατά γράμμα στον τρόπο με τον οποίο κάποιες από τις προσπάθειές μας να δημιουργήσουμε αναρχικά περιβάλλοντα αποτυχαίνουν στην πράξη. Αυτό είναι ιδιαίτερα αληθινό όταν πραγματοποιούνται από μεθυσμένους ανθρώπους.

Σε ορισμένους κύκλους, ιδιαίτερα σ’ αυτούς όπου η λέξη “αναρχία” είναι στη μόδα πιο πολύ από τις διάφορες σημασίες της, η ελευθερία γίνεται αντιληπτή με αρνητικούς όρους: “μη μου λέτε τι να κάνω!” Στην πράξη, αυτό συχνά δεν σημαίνει τίποτα περισσότερο από τη διεκδίκηση του δικαιώματος του ατόμου να είναι οκνηρός, εγωιστής, να μη λογοδοτεί για τις πράξεις του ή την έλλειψη πράξεων. Σε τέτοιες περιπτώσεις, όταν μια ομάδα συμφωνεί πάνω σε ένα έργο συχνά καταλήγει να είναι μια μικρή, υπεύθυνη μειοψηφία που πρέπει να κάνει όλη τη δουλειά. Αυτοί οι λίγοι συνειδητοποιημένοι συχνά μοιάζουν με αυταρχικούς – ενώ είναι η απάθεια και η εχθρότητα των συντρόφων τους που τους αναγκάζει να υιοθετήσουν αυτό το ρόλο. Το να είσαι μεθυσμένος και άτακτος όλη την ώρα είναι εξαναγκαστικό – αναγκάζει τους άλλους να καθαρίσουν για σένα, να σκεφτούν όταν εσύ δε σκέφτεσαι, να απορροφήσουν την πίεση που δημιουργείται από τη συμπεριφορά σου όταν είσαι πολύ μεθυσμένος για να κάνεις διάλογο. Αυτές οι δυναμικές λειτουργούν και προς τις δύο κατευθύνσεις – αυτοί που παίρνουν πάνω τους όλη την ευθύνη διαιωνίζουν ένα μοτίβο στο οποίο όλοι οι άλλοι δεν παίρνουν καμία ευθύνη – αλλά ο καθένας είναι υπεύθυνος για το δικό του μέρος σε αυτές τις περιπτώσεις, καθώς και για την υπέρβαση τους.

Σκέψου τη δύναμη που θα μπορούσαμε να έχουμε αν όλη η ενέργεια και η προσπάθεια του κόσμου – ή ίσως ακόμη και μόνο η δική σου ενέργεια και προσπάθεια – που πηγαίνει στο ποτό, πήγαινε στην αντίσταση, το χτίσιμο, τη δημιουργία. Πρόσθεσε όλα τα χρήματα που οι αναρχικοί στην κοινότητά σου έχουν ξοδέψει για ποτά, και φαντάσου πόσα μουσικά όργανα, ή χρήματα για εγγυήσεις, ή τρόφιμα θα μπορούσαν να είχαν αγοραστεί – αντί να χρηματοδοτήσουν τον πόλεμό τους εναντίον μας. Ή καλύτερα: φαντάσου πως ζεις σε έναν κόσμο όπου κοκαϊνομανείς πρόεδροι πεθαίνουν από υπερβολική δόση, ενώ ριζοσπαστικοί μουσικοί και αντάρτες ζουν μέχρι τα βαθειά γεράματα!

Νηφαλιότητα και αλληλεγγύη

Όπως κάθε επιλογή τρόπου ζωής, είτε πρόκειται για αλητεία ή για συμμετοχή σε συνδικαλιστικές οργανώσεις, η αποχή από το αλκοόλ μπορεί μερικές φορές να παρεξηγηθεί ως σκοπός και όχι ως μέσο.

Πάνω απ ‘όλα, είναι σημαντικό οι επιλογές μας να μην είναι πρόσχημα για να θεωρούμε τους εαυτούς μας ανώτερους από αυτούς που παίρνουν διαφορετικές αποφάσεις. Η μόνη στρατηγική για την ανταλλαγή καλών ιδεών που επιτυγχάνει ανελλιπώς (και αυτό ισχύει και για ένθερμα, αποξενωτικά κείμενα σαν κι αυτό!) είναι η δύναμη του παραδείγματος – αν βάλετε την “εκστατική νηφαλιότητα” σε δράση στη ζωή σας και λειτουργήσει, όσοι ειλικρινά θέλουν παρόμοια πράγματα θα συμμετέχουν.  Το να κρίνουμε τους άλλους για αποφάσεις που επηρεάζουν μόνο τον εαυτό τους είναι απολύτως επιβλαβές για κάθε αναρχικό – για να μην πούμε ότι τους αποτρέπει από το να πειραματιστούν με τις επιλογές που προσφέρουμε.

Το ζήτημα της αλληλεγγύης και της συλλογικότητας με τους αναρχικούς και άλλους που κάνουν χρήση αλκοόλ και ναρκωτικών είναι ύψιστης σημασίας. Ειδικά στην περίπτωση εκείνων που αγωνίζονται να απελευθερωθούν από ανεπιθύμητους εθισμούς, η αλληλεγγύη είναι πολύ σημαντική: οι Ανώνυμοι Αλκοολικοί είναι ένα παράδειγμα μιας σχεδόν θρησκευτικής οργάνωσης που συμπληρώνει μια κοινωνική ανάγκη που θα έπρεπε ήδη να παρέχεται από την αυτοοργάνωση της αναρχικής κοινότητας. Όπως σε κάθε περίπτωση, οι αναρχικοί πρέπει να αναρωτηθούμε: παίρνουμε τις θέσεις μας απλά για να αισθανόμαστε ανώτεροι από τις άξεστες μάζες – ή γιατί θέλουμε ειλικρινά να διαδώσουμε προσβάσιμες εναλλακτικές λύσεις; Άλλωστε, οι περισσότεροι από εμάς που δεν είμαστε εθισμένοι σε ουσίες μπορούμε να ευχαριστήσουμε τα προνόμιά μας και την καλή μας τύχη για αυτό. Αυτό μας δίνει μεγαλύτερη ευθύνη να είμαστε καλοί σύμμαχοι για όσους δεν είχαν τέτοια προνόμια ή τύχη. Η ανεκτικότητα, η ταπεινότητα, η προσβασιμότητα, και η ευαισθησία ας γίνουν οι ιδιότητες που καλλιεργούμε μέσα μας, όχι η υποκρισία και η υπερηφάνεια. Όχι στην σεχταριστική νηφαλιότητα!

Επανάσταση

Λοιπόν τι θα κάνουμε αν δεν πάμε σε μπαρ, σε πάρτι, αν δεν καθίσουμε στα σκαλιά ή μπροστά στην τηλεόραση με τα μπουκάλια μας; Ο,τιδήποτε άλλο!

Ο κοινωνικός αντίκτυπος της εμμονής της κοινωνίας μας με το αλκοόλ είναι τουλάχιστον εξίσου σημαντικός με τις πνευματικές, ιατρικές, οικονομικές, και συναισθηματικές επιπτώσεις της. Το ποτό τυποποιεί την κοινωνική ζωή μας, καταλαμβάνοντας μερικές από τις οκτώ ελεύθερες ώρες μας που δεν είναι ήδη κατειλημμένες από τη δουλειά. Μας τοποθετεί χωρικά (σαλόνια, σαλόνια κοκτέιλ, σιδηροδρομικές γραμμές) και συμπεριφορικά (σε τελετουργικές, προβλέψιμες συμπεριφορές)

με τρόπους που πιο σαφή συστήματα ελέγχου δε θα μπορούσαν να το κάνουν. Συχνά, όταν ένας από εμάς έχει καταφέρει να ξεφύγει από τον ρόλο του εργάτη / καταναλωτή, το ποτό είναι εκεί, επίμονος συνεχιστής της κατάληψης του ελεύθερου χρόνου μας, για να γεμίσει το κενό. Ελεύθεροι από αυτές τις συνήθειες, θα μπορούσαμε να ανακαλύψουμε άλλους τρόπους για να ξοδεύουμε το χρόνο και την ενέργειά μας και να αναζητούμε την ευχαρίστηση, τρόπους που θα μπορούσαν να αποδειχθούν επικίνδυνοι για το σύστημα της αλλοτρίωσης.

Το ποτό μπορεί παρεμπιπτόντως να είναι μέρος θετικών και τολμηρών κοινωνικών αλληλεπιδράσεων – το πρόβλημα είναι ότι ο κεντρικός του ρόλος στη σημερινή κοινωνικοποίηση το παρουσιάζει ως προϋπόθεση για τέτοιες επαφές. Αυτό συσκοτίζει το γεγονός ότι μπορούμε να δημιουργήσουμε τέτοιες αλληλεπιδράσεις χρησιμοποιώντας απλώς τη δημιουργικότητα, την ειλικρίνεια, και την τόλμη μας. Πράγματι, χωρίς αυτά, τίποτα αξιόλογο δεν είναι δυνατόν – έχετε πάει ποτέ σε ένα βαρετό πάρτι; – και με αυτά, το οινόπνευμα δεν είναι αναγκαίο.

Όταν ένα ή δύο άτομα σταματήσουν να πίνουν, αυτό φαίνεται απλά ανόητο, σαν να αποκλείουν τον εαυτό τους από την συντροφιά (ή τουλάχιστον τις συνήθειες) των συνανθρώπων τους για το τίποτα. Αλλά μια κοινότητα τέτοιων ατόμων μπορεί να αναπτύξει μια ριζοσπαστική κουλτούρα νηφάλιας περιπέτειας και ενασχόλησης, που θα μπορούσε να προσφέρει συναρπαστικές ευκαιρίες για δραστηριότητες χωρίς ποτό, και με ευθυμία για όλους. Οι απομονωμένοι και μοναχικοί του χθες θα μπορούσαν να είναι οι πρωτοπόροι του νέου κόσμου του αύριο: ο «διαυγής βακχισμός» είναι ένας νέος ορίζοντα, μια νέα δυνατότητα για υπέρβαση και μετασχηματισμό που θα μπορούσε να προσφέρει γόνιμο έδαφος για εξεγέρσεις ακόμα αδιανόητες. Όπως κάθε επαναστατική επιλογή τρόπου ζωής, αυτή προσφέρει μια άμεση γεύση από έναν άλλο κόσμο, ενώ συμβάλλει στη δημιουργία ενός πλαισίου για τις δράσεις που επιταχύνουν την καθολική υλοποίησή της.

Κανένας πόλεμος εκτός από τον ταξικό πόλεμο – κανένα κοκτέιλ εκτός από τη μολότοφ!

Ας μην αποστάξουμε τίποτα εκτός από μεθυστικές ταραχές!

 Υστερόγραφο: πώς μπορεί να διαβαστεί αυτό το δοκίμιο

Με λίγη τύχη, μπορούμε να διακρίνουμε –  ίσως και εν μέσω της αχλύς του μεθυσιού – ότι αυτό το κείμενο είναι τόσο μια καρικατούρα πολεμικής μέσα στην αναρχική παράδοση όσο κι ένα σοβαρό δοκίμιο. Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτές οι αντιπαραθέσεις έχουν στρέψει συχνά την προσοχή στις απόψεις αυτές λαμβάνοντας σκόπιμα μια ακραία θέση, ανοίγοντας έτσι το έδαφος για περισσότερο “μετριοπαθείς” θέσεις. Ας ελπίσουμε ότι θα αποκομίσετε χρήσιμα συμπεράσματα από τη δική σας ερμηνεία αυτού του κειμένου, κι όχι πως θα το εκλάβετε ως ευαγγέλιο ή ανάθεμα.

Με αυτό δεν εννοούμε ότι δεν υπάρχουν ανόητοι που αρνούνται τη μέθη – αλλά μπορείτε να φανταστείτε πόσο πιο ανυπόφοροι θα ήταν αν δεν την αρνούνταν; Οι βαρετοί θα εξακολουθούσαν να είναι βαρετοί, με τη διαφορά πως θα ήταν ακόμα πιο βαρετοί. Οι υποκριτές θα συνέχιζαν να επικρίνουν και να ρητορεύουν, ενώ θα λοιδορούσαν τα θύματά τους! Πρόκειται για κοινό χαρακτηριστικό όσων πίνουν ότι ενθαρρύνουν όλους γύρω τους να πίνουν, ότι – εκτός από τα υποκριτικά παιχνίδια μεταξύ εραστών ή γονιών και παιδιών  - προτιμούν οι δικές τους επιλογές να αντικατοπτρίζονται στις επιλογές όλων. Αυτό φαίνεται ως ένδειξη μνημειώδους ανασφάλειας, που δεν είναι άσχετη με την ανασφάλεια που υπάρχει σε ιδεολόγους και προπαγανδιστές κάθε είδους, από χριστιανούς, μαρξιστές, μέχρι και αναρχικούς που δεν μπορούν να ησυχάσουν μέχρι όλοι να δουν τον κόσμο ακριβώς όπως αυτοί. Καθώς διαβάζετε, προσπαθήστε να παλέψετε αυτή την ανασφάλεια , και να μην διαβάζετε αυτό το κείμενο ως δική μας έκφραση, αλλά, σύμφωνα με την παράδοση των καλύτερων αναρχικών έργων, ως υπενθύμιση για όλους όσοι επιλέγουν να πιστέψουν ότι ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός.

Πηγή : http://eagainst.com

Παρασκευή, 8 Μαρτίου 2013

ΠΟΡΕΙΑ ΜΝΗΜΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΑΡΧΙΚΟ ΣΥΝΤΡΟΦΟ ΛΑΜΠΡΟ ΦΟΥΝΤΑ ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ


ΠΟΡΕΙΑ ΜΝΗΜΗΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΝΑΡΧΙΚΟ ΣΥΝΤΡΟΦΟ
ΛΑΜΠΡΟ ΦΟΥΝΤΑ ΜΕΛΟΣ ΤΟΥ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ


Πριν 3 χρόνια στις 10/3/2010, ο σύντροφος Λάμπρος Φούντας έπεσε μαχόμενος σε ένοπλη συμπλοκή με αστυνομικούς στη Δάφνη σε απόπειρα απαλλοτρίωσης αυτοκινήτου, το οποίο επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί σε ενέργεια της οργάνωσης.
Ο Λάμπρος Φούντας είναι ένας από εμάς και έδωσε τη ζωή του πολεμώντας για την ελευθερία.
Η δράση του συντρόφου ήταν συνδεδεμένη με τον αγώνα εναντίον της οικονομικής και πολιτικής ελίτ, που με αφορμή την παγκόσμια οικονομική κρίση, θέλει να επιβάλλει στον πλανήτη ένα νέο ολοκληρωτισμό.
Η καλύτερη τιμή για έναν σύντροφο που έχασε τη ζωή του στον αγώνα είναι η συνέχιση του αγώνα για την Κοινωνική Επανάσταση, για μια κοινωνία ισότητας και ελευθερίας.

ΚΑΙ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ ΣΤΑ ΜΕΛΗ ΤΟΥ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ ΚΑΙ ΣΕ ΟΣΟΥΣ ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΥΠΟΘΕΣΗ
Η δίκη της υπόθεσης του Επαναστατικού Αγώνα βρίσκεται στο τελικό στάδιο.
Η δίκη αυτή αποτέλεσε ένα πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης, ένα πεδίο πολιτικής στήριξης των δράσεων και των θέσεων της οργάνωσης, όσον αφορά τον αγώνα ενάντια στο καθεστώς και τις συνθήκες του σύγχρονου ολοκληρωτισμού, με τελικό στόχο την Κοινωνική Επανάσταση.
Παράλληλα μέσα από αυτή τη δίκη αναδείχθηκε ο λόγος των συντρόφων, που δρώντας μέσα στα πλαίσια άλλων μορφών πάλης στοχοποιήθηκαν για τις επιλογές τους. Μέσα από τις καταθέσεις τους, επικύρωσαν την πολυμορφία του αγώνα για την ανατροπή υπερασπιζόμενοι την πολιτική τους ένταξη και δράση στα πλαίσια του αναρχικού χώρου.
Σήμερα περισσότερο από ποτέ είναι επιτακτική ανάγκη η αλληλεγγύη μας να έχει στόχο την όξυνση του αγώνα για την Κοινωνική Επανάσταση.

Σάββατο 9 Μαρτίου Μοναστηράκι στις 12.00
Αναρχικοί/-ές

Θα ξανάρθω, σε πέντε γενιές...


Πέμπτη, 7 Μαρτίου 2013

Ο κοινωνικός αγωνιστής Μαρίνος Αντύπας



ΖΩΗ ΚΑΙ ΔΡΑΣΗ

Ο Μαρίνος Αντύπας, γιος του Σπύρου Αντύπα, μαραγκού, γλύπτη και τεχνίτη μαρμάρου, και της Αγγελίνας Κλαδά, γεννιέται το 1872 στα Φε-ρεντινάτα, ένα μικρό ορεινό χωριό της περιοχής Πυλάρου στην Κεφαλλονιά. Η πολυμελής οικογένειά τους (λέγεται ότι από τα πολλά παιδιά της οικογένειας επιζούν μόνο ο Μαρίνος και δύο μικρότερα αδέλφια του, ο Μπάμπης ή Μπαούτας και η Αδελαΐδα) περνά μια μετρημένη και δύσκολη ζωή, καθώς φαίνεται ότι δεν σχετίζεται παρά το κοινό της επώνυμο με τις παλιές εύπορες οικογένειες της περιοχής. Για το λόγο αυτό, άλλωστε, και σε αναζήτηση καλύτερης τύχης, σύντομα εγκαθίσταται στην πρωτεύουσα της Κεφαλλονιάς, το Αργοστόλι.

Εκεί, κατά τη σχολική χρονιά 1882-83, ο μικρός Μαρίνος εγγράφεται στο ελληνικό σχολείο, το σχολαρχείο, και μετέπειτα παρακολουθεί το γυ-μνάσιο, απ’ όπου και αποφοιτά τον Ιούνη του 1890 με εξαίρετες επιδόσεις και διαγωγή «αξιέπαινη». Σα μαθητής ακόμη, έρχεται σ’ επαφή με τη ριζοσπαστική παράδοση του τόπου του· παρά το ότι εκείνα τα χρόνια το προοδευτικό κίνημα του νησιού ατονεί, οι ιδεολογικές καταβολές του ριζοσπαστικού ενωτικού κόμματος της Κεφαλλονιάς στιγματίζουν τη σκέψη και διαποτίζουν μια για πάντα την ιδεολογία του Αντύπα.

Τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1890, βρίσκεται στην Αθήνα για να σπουδάσει στη Νομική Σχολή, χωρίς ποτέ, τελικά, να κατορθώσει να αποπερατώσει τις σπουδές του και να πάρει το πτυχίο του νομικού. Τότε είναι που για πρώτη φορά γνωρίζεται με προοδευτικούς κύκλους και το σο-σιαλιστικό ρεύμα της εποχής.

Γράφει ο Χρ. Βραχνιάρης: «Στο σοσιαλισμό μυήθηκε στην Αθήνα κατά τη διάρκεια της φοίτησής του στη Νομική Σχολή. Έρχεται σ’ επαφή με τους σοσιαλιστικούς κύκλους που επηρεάζονται από το Σταύρο Καλλέργη, γίνεται μέλος του Κεντρικού Σοσιαλιστικού Συλλόγου και αναπτύσσει πολύπλευρη δραστηριότητα». Δημοσίευμα της εφημερίδας «Σοσιαλιστής» επιβεβαιώνει τη σχέση του Αντύπα με τον «Σοσιαλιστικό Σύλλογο»· αναφέρεται σε φύλλο της 1.3.1896: «Περί τα μέσα του 15ημέρου τούτου εν Βιτρινίτση ο σοσιαλιστής Μ. Αντύπας, φοιτητής της Νομικής, ωμίλησε ενώπιον 200 περίπου προσώπων αναπτύξας τας σοσιαλιστικάς αυτού ιδέας…».

Το 1896, συμμετέχει ως εθελοντής μαζί με συμφοιτητές του στην επα-νάσταση που ξεσπά στην Κρήτη, και το 1897, τραυματισμένος στο στήθος, επιστρέφει στην Αθήνα. Επηρεασμένος βαθύτατα από την έκβαση της Κρητικής Επανάστασης αλλά και την ήττα στον ελληνοτουρκικό πόλεμο στη Θεσσαλία και συνειδητοποιώντας τον αντιλαϊκό ρόλο της μοναρχίας και των μεγάλων δυνάμεων, ξεκινά την έντονη κριτική του.

Συμμετέχει ενεργά στο μεγάλο συλλαλητήριο που διεξάγεται στην Ομόνοια στις 14 Σεπτεμβρίου του 1897 και με την ομιλία του από τον εξώστη του ξενοδοχείου «Μυκήναι» επιτίθεται δριμύτατα στον διάδοχο και τους βασιλικούς πρίγκηπες και κατηγορεί τις μεγάλες δυνάμεις για το ρόλο τους κατά τη διάρκεια του πολέμου μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας και στις μετέπειτα διαπραγματεύσεις. Η εμπλοκή του αυτή οδηγεί στη σύλληψή του και την προσαγωγή του σε δίκη την 8.1.1898 με τις κατηγορίες της εξύβρισης των διαδόχων, της διέγερσης του λαού και της προσβολής της Δανίας και των μεγάλων δυνάμεων. Παρά την προσπάθεια των φίλων του να τον υπερασπιστούν, ο Αντύπας καταδικάζεται σε φυλάκιση ενός έτους στις φυλακές της Αίγινας.

Μετά την έκτιση της ποινής του, συλλαμβάνεται και πάλι, αυτήν τη φορά για «ηθική αυτουργία» σε μία στημένη υπόθεση απόπειρας δολοφονίας κατά του Γεωργίου Α΄ και φυλακίζεται ξανά. Η υπ’ αριθμόν 4176 διαταγή του Υπουργείου Δικαιοσύνης είναι χαρακτηριστική: «… να μπει ο Αντύπας στην απομόνωση και να μη συνδιαλέγεται κανένας μαζί του. Σε περίπτωση μη συμμορφώσεώς του προς τα παραπάνω, να τον δέσουν μέσα στο κελί και να τον θέσουν υπό άναλον δίαιτα».

Με την αποφυλάκισή του το 1898, ο Αντύπας αναγκάζεται να εγκαταλείψει οριστικά τις σπουδές του και επιστρέφει στην ιδιαίτερη πατρίδα του, όπου και βοηθά τον πατέρα του στις εργασίες του. Τότε λέγεται ότι γνωρίζεται και συνδέεται με τη Βασιλικούλα Καλομοίρη, την κυρία Κούλα, όπως τη λένε στο χωριό, κόρη σταφιδέμπορα από την Αλεξάνδρεια.

Εκεί, την 29.07.1900, εκδίδει το πρώτο φύλλο της «ανθρωπιστικής», όπως την αποκαλούσε ο ίδιος, εφημερίδας του, της «Ανάστασις». Δυστυχώς, εξαιτίας του κυρίου άρθρου της «Τίς ο αίτιος;», στο οποίο καταφέρεται εναντίον της θρησκευτικής, νομοθετικής, εκτελεστικής και δικαστικής εξουσίας, κατηγορώντας τες ως αίτια εθνικών συμφορών και της ήττας του 1897, ακολουθούν αντιδράσεις και διώξεις. Η εφημερίδα αναστέλλει προσωρινά τη λειτουργία της, και περνούν περίπου τέσσερα χρόνια μέχρι να επανακυκλοφορήσει.

Καταδιωκώμενος ουσιαστικά από τον τόπο του μετά τη διακοπή της λειτουργίας της εφημερίδας, ο Αντύπας κατά το 1903 βρίσκεται στο Βουκουρέστι της Ρουμανίας σε ένα ταξίδι, που θα αποδειχτεί καθοριστικό για τη ζωή του. Εκεί, πείθει τον θείο του Γεώργιο Σκιαδαρέση, έναν πλούσιο γεωπόνο ιδίων πολιτικών πεποιθήσεων, να επενδύσει αγοράζοντας γη στο θεσσαλικό κάμπο. Πράγματι, λίγο αργότερα, ο Σκιαδαρέσης μαζί με τον συμπατριώτη του Αρ. Μεταξά αγοράζουν στην περιοχή των Τεμπών ένα μεγάλο κτήμα 300.000 στρεμμάτων, στο οποίο μερικά χρόνια μετά ο Αντύπας σπέρνει τις ιδέες του για εξέγερση και, τελικά, συναντά το θάνατο.

Με την επιστροφή του και πάλι στην Κεφαλλονιά συνεχίζει τη δράση του· προωθεί την ένωση μαθητών γυμνασίου στο Αργοστόλι με την επωνυμία «Πρόοδος», συμβάλλει στη δημιουργία εργατικών συνδέσμων, οργανώνει λαϊκές κινητοποιήσεις και ξαναρχίζει την έκδοση της εφημερίδας του, η οποία από τις 3 Ιουλίου 1904 και μέχρι τον Απρίλη του 1907 εκδίδεται απρόσκοπτα. Μέσα από αυτήν ο λαός της Κεφαλλονιάς ενημερώνεται και έρχεται σε επαφή με θέματα κοινωνικού ενδιαφέροντος τοπικού αλλά και ευρύτερου χαρακτήρα, και ειδήσεις ποικίλου περιεχομένου.

Την ίδια χρονιά, το 1904, ιδρύει στο Αργοστόλι το «Λαϊκόν Αναγνωστήριον “Η Ισότης”», μία πολιτική εκπαιδευτική λέσχη που γρήγορα γίνεται η πνευματική εστία του νησιού και στην οποία συρρέουν προοδευτικοί άνθρωποι της περιοχής. Το «Λαϊκόν σχολείον», όπως ο ίδιος το αποκαλεί, έχει σκοπό την «ανάπτυξη της διανοίας και των υλικών μέσων διά των οποίων ευημερεί πας λαός»· διαθέτει αίθουσα αναγνώσεως και αναπαύσεως για κυρίες, αίθουσα διαλέξεων, αναγνωστήριο, αίθουσα μαθητών. Η λειτουργία αυτού του πνευματικού κέντρου ενοχλεί το κατεστημένο του τόπου, και ο Αντύπας σύρεται σε μία ακόμα δίκη, στην οποία, όμως, αυτήν τη φορά αθωώνεται.

Όλη αυτήν την περίοδο, η δράση του δεν περιορίζεται στην Κεφαλλονιά, αλλά επεκτείνεται στην Αθήνα και τον Πειραιά· πρωταγωνιστεί στη δημιουργία συλλόγων και ομάδων, κάνει διαλέξεις, εκφωνεί λόγους και έχει επαφές με μέλη εργατικών σωματείων. Τον Αύγουστο του 1905, βρίσκεται στην πρωτεύουσα, συμμετέχει σε συλλαλητήριο λαϊκής συμπαράστασης στην επανάσταση του Θερίσου στην Κρήτη και αποδοκιμασίας κατά του πρίγκηπα Γεωργίου, και ομιλεί μπροστά σε ακροατήριο 20.000 ατόμων. Η συνέχεια γνωστή, σύλληψη και κράτηση για δύο ημέρες από τις αρχές.

Ο ίδιος αναφέρει για τον αγώνα του στις 23.04.1905 στην «Ανάστασις»: «είμεθα έτοιμοι να δεχθώμεν και φυλακήν και ανασκολόπισιν και σταύρω-σιν και δυστυχίαν και περιφρόνησιν και εμπτυσμούς και γροθιές και κουμπουριές. Βαστάμε για όλα και προκαλούμεν όλους και Άρχοντας και Πλουσίους και Παληκαράδες και Τραμπούκους και δολοφόνους, ίνα αν μπορέσουν είτε διά της απειλής, είτε διά του χρήματος, είτε διά της μαχαίρας και κουμπούρας είτε δι’ ούτινος δήποτε μέσου να μας κάμουν ώστε να αλλάξωμε του σκοπού μας έστω και μίαν κεραίαν και να οπισθοδρομήσωμεν έστω και μίαν σπιθαμήν».

Ο Αντύπας εναντιώνεται στα τότε κόμματα της βουλής και πρεσβεύει την εξαφάνισή τους και τη δημιουργία ενός νέου κόμματος, ενός κόμματος αρχών. Ονομάζει, λοιπόν, το κόμμα του Κοινωνιστικόν-Ριζοσπαστικόν, και κέντρο αυτού καθιστά το Λαϊκό Αναγνωστήριο. Γύρω από αυτό συσπειρώνονται πραγματικοί δημοκράτες, τόσο φτωχός κόσμος και εργαζόμενοι όσο διανοούμενοι και επιστήμονες. Με αυτό το κόμμα, το 1906, λαμβάνει μέρος στις βουλευτικές εκλογές στην Επαρχία Κρανιάς του νησιού του ως υποψήφιος των εργατικών και λαϊκών τάξεων. Σε προκήρυξή του πριν τις εκλογές αναφέρει: «επιθυμούμεν μία μεγάλη κοινωνιστική Δημοκρατία να διευθύνη σύμπασαν την ανθρωπότητα και να κρημνίση και θρόνους και κληρονομικά αξιώματα και θρησκευτικάς δεισιδαιμονίας και προλήψεις και την δύναμιν του χρυσού να εκμηδενίση και αντί της Τυραννίας του κεφαλαίου την βασιλείαν της εργασίας και της ικανότητος να καθιερώση». Ο πόλεμος που εξαπολύουν οι εκπρόσωποι της κυρίαρχης τάξης του νησιού και μέλη κομμάτων, «οι μεταπράται των συνειδήσεων και οι εργολάβοι των εκλογικών επιτυχιών», όπως τους αποκαλεί, έχει αποτέλεσμα. Ο Αντύπας συγκεντρώνει 2.550 ψήφους εργατών και χωρικών σε σύνολο 6.000-7.000 ψήφων, αλλά, τελικά, δεν κατορθώνει να εκλεγεί.

Το ίδιο έτος, ο Αντύπας προχωρά σε δύο ενέργειες ρηξικέλευθες αλλά και κωμικές ταυτόχρονα, αν αναλογιστεί κανείς την έκπληξη που προκαλούν στην τοπική κοινωνία: βαφτίζει τα παιδιά τού βοηθού τού πατέρα του και ενός άλλου φίλου του, και τους δίνει τα ονόματα Επανάσταση και Αναρχία.

Ο Ιούνιος του 1906 τον βρίσκει στη Θεσσαλία, στα κτήματα του θείου του στο Λασποχώρι, σημερινό Ομόλιο. Εκεί, μαζί με τον ξάδερφό του, Παναγιώτη Σκιαδαρέση, αναλαμβάνουν ως επιστάτες. Όμως, ο Αντύπας δεν εγκαταλείπει την εξεγερτική του προπαγάνδα και σύντομα αποδεικνύεται «επιστάτης» των ελευθεριών των κολίγων. Στο «Κοινωνιολογικόν και Πολιτικόν Λεξικόν» της εφημερίδας «Ανεξάρτητος» του 1934 αναφέρεται: «Δεν ήτο ο επιστάτης, το όργανον δηλαδή ενός φεουδάρχου αλλά ο παλαιός Αντύπας. Καθημερινώς επροπαγάνδιζε την χειραφέτησιν των σκλάβων αγροτών. Έκαμε διαλέξεις, περιοδείας εις τα γύρω χωριά και με μίαν λέξιν ύψωσε την σημαίαν του Αγροτισμού. Βεβαίως, δεν επροπαγάνδιζε την χωρίς καμμίαν αποζημίωσιν απαλλοτρίωσιν των τσιφλικίων αλλά “την παραχώρησιν τούτων εις τους γεωργούς κατόπιν δικαίας και λογικής αποζημιώσεως των τσιφλικιούχων”. Διά την εποχήν εκείνην, όμως, η προπαγάνδα αυτή ήτο μία επαναστατική προπαγάνδα».

Με την κάλυψη του θείου του, που παρ’ ότι μεγαλοϊδιοκτήτης συναινεί στις ενέργειες του ανιψιού του για περισσότερες παροχές στους κολίγους, ο Αντύπας αναπτύσσει τον ανατρεπτικό του λόγο περί παραχώρησης στους κολίγους εκτάσεων για βοσκοτόπια και οικίες, απόδοσης σε αυτούς του 75% της παραγωγής τους αντί για το 25% που ίσχυε, υιοθέτησης της αργίας της Κυριακής, πρόνοιας για σχολεία και οργάνωσης αγροτικών συνδέσμων. Ο Γ. Καψάλης μεταφέρει μία χαρακτηριστική σκηνή: «Είναι Κυριακή απόγευμα, ένας τελάλης φωνάζει στους δρόμους του χωριού για τη σύναξη των κατοίκων στην πλατεία. Και είναι εκεί συνταγμένοι άντρες-γυναίκες. Τους μιλάει πως ο Σκιαδαρέσης, ο ιδιοκτήτης, τούς χαρίζει τα χρέη, αφού κι αυτός μεσολάβησε. Πως από φέτος (1906) και κάθε χρόνο θα παραδίνουν μόνο το 25% της σοδειάς τους στον ιδιοκτήτη και όχι το 75%, όπως έκαναν ως τότε. Και πως, όσοι θέλουν, μπορούν με λογική τιμή να αγοράσουν όσα στρέμματα θέλουν και να γίνουν ιδιοκτήτες οι ίδιοι. Πανζουρλισμός από εκδηλώσεις χάρης κι ευγνωμοσύνης. Τον θεωρούν ‘θεό’ τους. Δεν προφταίνουν να τον αγκαλιάζουν και να τον φιλούν άντρες, γυναίκες, γεροντάκια, κοπέλες και παιδιά. Τους αναγγέλλει επίσης ότι στο Λασποχώρι θα ιδρύσει Γεωργική Σχολή…».

Ο ίδιος ο Αντύπας αργότερα, στις 23 Φλεβάρη του 1907, λίγες μέρες δηλαδή πριν την τραγική του κατάληξη, αναφέρει: «... φρονώ ότι το δίκαιον είνε εκεί όπου το συμφέρον των πολλών και όχι των ολίγων, επομένως μεταχειρίζομαι τας δυνάμεις μου υπέρ της εξαφανίσεως του τσιφλικιού και της πλήρους ανεξαρτησίας του καλλιεργητού».

Αναμενόμενο είναι, λοιπόν, αυτά τα έργα και τα κηρύγματα του Αντύ-πα να τον καταστήσουν όχι μόνον ενοχλητικό για τους μεγαλοτσιφλικάδες αλλά και επικίνδυνο. Αρχικά, η αντίδραση επιχειρεί να τον φοβίσει μέσω συστάσεων που του γίνονται από τη Νομαρχία να σταματήσει τα εμπρηστικά του μηνύματα, ενώ, παράλληλα, η Χωροφυλακή διακριτικά του κάνει παρατηρήσεις, και χρησιμοποιείται κάθε μέσο συκοφάντησης και τρομοκράτησής του.

Χαρακτηριστικό της ολοένα αυξανόμενης έντασης των σχέσεων μεταξύ Αντύπα και τσιφλικάδων είναι το επεισόδιο που λαμβάνει χώρα στην πλατεία Συντάγματος στην Αθήνα το Σεπτέμβριο του 1906. Εκεί, ο Αντύπας χτυπά το μεγαλοκτηματία και βουλευτή Αγαμέμνων Σλήμαν, ο οποίος τον έχει κατηγορήσει στο νομάρχη Λάρισας ως «υποκινητή ερεθισμού των αγροτών κατά των κυρίων τους και επικίνδυνο για την τάξη». Την 19.09.1906 καταδικάζεται σε εικοσαήμερη φυλάκιση σε μία δίκη που αποκτά πολιτικό χαρακτήρα και κατά την οποία, ουσιαστικά, στο πρόσωπο του Αντύπα δικάζεται η αγροτική ιδέα, σύμφωνα με τον Κορδάτο, και η κοινωνική χειραφέτηση των αγροτών.

Από σειρά άρθρων του Γιάννη Κορδάτου, που δημοσιεύτηκαν το 1947 στην εφημερίδα του Αγροτικού Κόμματος Ελλάδας «Νέος Δρόμος», μεταφέρουμε μέρος της απολογίας του: «Δεν είμαι στοιχείον κακοποιόν και ταραξίας. Είμαι παιδί του λαού, που συγκινήθηκε διά την οικτρά κατάστασιν των αγροτών της Θεσσαλίας. Ο μηνυτής μου, Γερμανός την καταγωγήν και άνθρωπος των τσιφλικούχων, με κατηγόρησε εις τον Νομάρχην Λαρίσης ως δημεγέρτην, στασιαστήν και ταραξίαν. Η καταγγελία ήτο ψευδής. Εις τους αγρότας ωμίλησα πολλάκις αλλ’ όχι ως στασιαστής. Ωμίλησα ως ανθρωπιστής και κοινωνιστής. Τους υπέδειξα ότι δύναται να διεκδικήσουν τα δικαιώματά των και ότι τα τσιφλίκια είνε η γη των προγόνων των, η βιαίως και ατίμως περιελθούσα εις την κατοχήν των μπέηδων και πασάδων αρχικώς και ακολούθως μεταβιβασθείσα εις τυράννους φέροντας ελληνικά ονόματα, αλλά ψυχήν ανθρωπομόρφων θηρίων...».

Από την εφημερίδα «Το Άστυ» συμπληρώνουμε στην απολογία του: «Εκεί η κατάστασις ήτο αθλία και η εικών απαισία. Έλληνες αδελφοί μας γυμνοί και κάτισχνοι, εφ’ ων τα οστά μόνον και η επιδερμίς προσκολλώ-νται, χρησιμεύουσιν ως τα φορτηγά ζώα των ημεδαπών τυράννων… Ήρχισα λοιπόν και έργω και λόγω παρέχων εις τους χωρικούς πάσαν δυνατήν ευκολίαν, απαλλάσσων τούτους από τας δουλικάς αγκαρείας, ας καθιέρωσεν η τετρακοσαετής τυραννία των Τούρκων και εξηκολούθησε συνεχίζουσα λίαν ασυστόλως η τεσσαρακονταετής των Ελλήνων τσιφλικούχων απληστία… Καταδικάσατε αυστηρώς τον κατηγορούμενον Αντύπαν, αλλ’ αθωώσατε ασμένως τον συνήγορον της εργασίας και της προόδου».

Φαίνεται από τα παραπάνω αλλά και την εν γένει φιλοσοφία του ότι ο Αντύπας (όπως σημειώνει μια παλιά μελέτη του Αγροτικού Κόμματος Ελλάδος, που μας μεταφέρει ο Γ. Πετρόπουλος) δεν είχε συλλάβει το αγροτικό πρόβλημα στο σύνολό του, δεν είχε δει δηλαδή «ότι η αστική τάξη συμβιβάστηκε με τους τσιφλικάδες και δεν ήθελε και δεν μπορούσε να λύσει το αγροτικό πρόβλημα».

Όμως, όπως αποδεικνύεται περίτρανα και στη συνέχεια, ο Αντύπας έτσι κι αλλιώς δεν κάνει πίσω στις αρχές του και συνεχίζει το έργο του, μιλώντας σε συγκεντρώσεις στα χωριά του κάμπου, οργανώνοντας ομάδες και κινητοποιώντας τους αγρότες· γνωρίζοντας πολύ καλά ότι αυτές οι συστά-σεις δεν είναι παρά άμεσες προειδοποιήσεις και απειλές, και συνειδητοποιώντας τον επερχόμενο κίνδυνο για τη ζωή του, εκμυστηρεύεται στους κολίγους: «Εμένα θα με σκοτώσουν, μα όπου κι αν με βρει το κακό να ‘ρθείτε να με πάρετε, θέλω και νεκρός να είμαι ανάμεσά σας».

Κάποια λόγια του αργότερα, στην εφημερίδα «Πανθεσσαλική» του Σοφ. Τριανταφυλλίδη, στις 12 Φλεβάρη 1907, σκιαγραφούν την προσωπικότητα αλλά και τις προθέσεις του: «… Πολλάκις εδοκίμασα τη λόγχη και την φυλακή των και υπέμεινα μεν χωρίς να μεταβληθώ ή να φοβηθώ, αλλά κατέστην προσεκτικώτερος και ολίγον πανούργος (αι αλώπεκες θέλουν κύνας θηρευτικούς και όχι υλακτούντας), κατανοήσας καλώς ότι η πρόοδος της ιδέας δεν είνε ούτε εμπόρευμα ούτε κομματική συναλλαγή διά να έχει χρείαν ρεκλάμας και επαίνων. Αύτη έχει ανάγκην αυτοθυσίας, το δένδρον των δικαιωμάτων καλλιεργείται με γερά χέρια με γερήν θέλησιν και πάντοτε σχεδόν ποτίζεται με αίμα και όχι με νερό και μελάνι…».

Και, πράγματι, έτσι ακριβώς γίνεται· το έργο της δολοφονίας αναλαμβάνει με αμοιβή 12.200 δραχμών ο Ιωάννης Κυριακού, ένας σκληρός επιστάτης στα κτήματα του συνεταίρου του θείου του Αντύπα. Ο Κυριακού φαντάζει ως ο ιδανικός θύτης, αφού αφενός έχει έρθει σε σύγκρουση κατά το παρελθόν με τον Αντύπα και τον μισεί θανάσιμα για τα κηρύγματά του και αφετέρου έχει τη δυνατότητα να βρίσκεται κοντά του λόγω του κοινού χώρου εργασίας και διαμονής τους.

Εκείνες τις μέρες, διεξάγεται στη Λάρισα δίκη για το επεισόδιο με το νομάρχη Λάρισας, Νιώτη, που δημόσια στην πλατεία της Λάρισας έχει αποκαλέσει τον Αντύπα «υποκινητή επιβλαβών, ασκόπων και αναρχικών ενεργειών». Η δίκη κατά τη συνήθη τακτική των αρχών αναβάλλεται, και ο Αντύπας παίρνει το δρόμο της επιστροφής. Τη νύχτα της 8ης του Μάρτη φτάνει στον Πυργετό. Εκεί, δεχόμενος σφαίρα από δίκαννο «εκ των όπισθεν και εις την οσφυακήν χώραν», ο Μαρίνος Αντύπας άδικα αφήνει την τελευταία του πνοή.

Η είδηση πρωτογίνεται γνωστή μέσω ενός τηλεγραφήματος που στέλνει ο Παναγιώτης Σκιαδαρέσης προς το ξενοδοχείο «Ερμής», όπου διέμενε ο πατέρας του, Γεώργιος. Το τηλεγράφημα έγραφε: «Ραψάνη 6η πμ, Μαρίνον Αντύπαν εδολοφόνησαν. Απαντήσατε εάν Σκιαδαρέσης ευρίσκεται Αθήνας. Παναγής Σκιαδαρέσης».

Η εφημερίδα «Εμπρός» γράφει την 10.03.1907 στην πρώτη της σελίδα: «Δολοφονία του Δικηγόρου Αντύπα παρά την Αγυιάν», ενώ το σχετικό ρεπορτάζ αναφέρει: «Λάρισα 9 Μαρτίου. Χθες τη νύκτα εις το χωρίον Πυρ-γετός της Ραψάνης ο γνωστός δικηγόρος Μαρίνος Αντύπας, ο ραπίσας άλλοτε αυτόσε τον κ. Σλήμαν, ων διευθυντής των κτημάτων του θείου του κ. Σκιαδαρέση, εφονεύθη υπό του επιστάτου του ετέρου συνιδιοκτήτου κ. Μεταξά, ονόματι Ιωάννου Κυριακού. Ο φόνος διεπράχθη εντός του κονακίου, συνεκίνησε δε μεγάλως τους χωρικούς, καθόσον ο Αντύπας υπερασπίζετο αυτούς παρέχων πλείστας ευκολίας συνεπεία των οποίων αντεμάχοντο μετά του συνιδιοκτήτου Μεταξά. Λεπτομέρειαι του φόνου τούτου αγνοούνται. Ο ανακριτής κ. Αγαθόνικος έσπευσε σήμερον επί τόπου. Ο δράστης συνελήφθη».

Σχετικά με τις συνθήκες της δολοφονίας, οι περισσότερες από τις εφημερίδες αναπαράγουν αυτά που οι αρχές τούς μεταφέρουν. Διαβάζομε στην ίδια εφημερίδα: «Ο φόνος του δικηγόρου Μ. Αντύπα εις τον Πυργετόν του Ολύμπου παρήγαγε βαθυτάτην συγκίνησιν… Ο Αντύπας, αντιπρόσωπος του Σκιαδαρέση, μετέβη τη νύκτα εις το κοινόν κονάκιον ζητών να ανοίξη τη θύραν ενός διαφιλονικουμένου δωματίου, ην έκλεισε ο Κυριακού, επιστάτης του ετέρου συνιδιοκτήτου κ. Μεταξά. Ο Μαρίνος, εισελθών εις το δωμάτιον του ύπνου του Κυριακού, απειλητικώς ενέβαλε τον τελευταίον εις φόβον. Ο Κυριακού ήρπασε τότε το κρεμασμένον Αγγλικόν όπλον Βίντσεστερ και επυροβόλησε δις πλήξας τον Αντύπαν εις την κεφαλήν και εις το ισχύον. Ο Αντύπας έπεσεν αμέσως άπνους».

Ευτυχώς, όμως, την αλήθεια για τις συνθήκες τού θανάτου του περισώζει ο ξάδελφός του, Παναγιώτης Σκιαδαρέσης, αυτόπτης μάρτυρας της δολοφονίας, και την παρουσιάζει η εφημερίδα «Αθήναι»: «Εκαθήμεθα εις το κάτω πάτωμα της οικίας μας και ετρώγαμεν, ότε περί την 11ην ο Αντύπας εγερθείς μετέβη όπως παραλάβη εκ του δωματίου του επιστολή τινά πλην εύρε την θύραν του διαδρόμου κλειστή και έκρουσεν όπως του ανοίξουν. Ο εντός κοιμώμενος Ιωάννης Κυριακού εγερθείς του ύπνου ηρνήθη ν’ ανοίξη. Είτα όμως ανοίξας είπε εις τον Αντύπα ότι ουδέν δικαίωμα έχει να ανέλθη εις την οικίαν του. Εκ τούτου προυκλήθη φιλονεικία και αντηλλάγησαν βαρείαι φράσεις μεθ’ ας ο Κυριακού λαμβάνει το όπλον δι’ ου πυροβολεί και χτυπά τον Αντύπα ελαφρώς εις την κεφαλήν. Ότε όμως ούτος έφευγεν, εδέχθη δεύτερον πυροβολισμόν διά δικάννου όπλου εις την οσφυακήν χώραν και πίπτει εις τας αγκάλας μου. Μετά μίαν ώραν εξέπνευσε λέγων Ισότης, Αδελφότης, Ελευθερία. Ο φονεύς αμέσως εκλείσθη εις το δωμάτιόν του, άλλως θα εφονεύετο υπό των χωρικών οίτινες ελάτρευον τον Αντύπα. Μετ’ ολίγον ο φονεύς παρεδόθη εις τον καταφθάσαντα αστυνόμον».

Οι αρχές, όπως είναι φυσικό, επιχειρούν να συγκαλύψουν τις πραγματικές συνθήκες της δολοφονίας. Έτσι, ο «καταφθάσας αστυνόμος», μη έχοντας την πρόθεση να αποδώσει την ορθή διάσταση των πραγμάτων, αναφέρει σε τηλεγράφημά του προς το Υπουργείο Εσωτερικών: «Αντύπας ραπίσας Κυριακού εφονεύθη αμυνομένου». Την ίδια άποψη φαίνεται, όμως, πως υιοθετεί και η ελληνική δικαιοσύνη, αφού λίγο καιρό αργότερα πανηγυρικά αθωώνει τον Κυριακού.

Ο κορυφαίος, ίσως, αγωνιστής του αγροτικού κινήματος στην Ελλάδα, ο κοινωνικός αγωνιστής Μαρίνος Αντύπας δεν υπάρχει πια. Δολοφονείται για τις ιδέες του σε ηλικία 35 ετών και η δολοφονία του ανακουφίζει (πρόσκαιρα, όπως δείχνουν τα γεγονότα που χρόνια μετά ακολουθούν) τους μεγαλοτσιφλικάδες όχι μόνον της περιοχής αλλά ολόκληρης της χώρας. Ανακουφισμένη, όμως, από το τέλος του δείχνει και η κυβέρνηση στην Αθήνα. Σε φύλλο τής 10.03.1907 η προσκείμενη στο Παλάτι εφημερίδα «Εστία» κυνικά αναφέρει: «Η είδηση περί του φόνου του δικηγόρου Μ. Αντύπα εις το κτήμα Σκιαδαρέση εν Θεσσαλία προξένησεν εντύπωσιν εν Αθήναις, όπου ανεξαρτήτως των σοσιαλιστικών ιδεών του, ο Αντύπας απήλαυε συμπαθειών. Ο ατυχής δικηγόρος πίπτει θύμα ατυχώς αυτών των αρχών του, τας οποίας από έτους και πλέον εφήρμοζεν εις το μέγα κτήμα του θείου του το οποίον διηύθυνε. Τούτο αποδεικνύει ότι ο σοσιαλισμός εν Ελλάδι μόνο εις ιδέας πρέπει να υπάρχη, και να τηρήται απόστασις από της εφαρμογής των αρχών του».

Από την άλλη, η δολοφονία του προκαλεί πραγματικό σεισμό στους προοδευτικούς κύκλους γενικά του πανελληνίου. Οι εφημερίδες, όπως ειπώθηκε, της Αθήνας, του Βόλου, της Κεφαλλονιάς ασχολούνται πλατιά με την προσωπικότητα και το έργο του, ενώ θρησκευτικά και πολιτικά μνημόσυνα πραγματοποιούν εργατικά σωματεία σε πολλά μέρη της χώρας. Το αντίκτυπο, όμως, είναι ισχυρότερο στη Θεσσαλία, στον τόπο του μεγάλου του αγώνα. Στη Λάρισα, όπου μεταφέρεται το φέρετρό του από τον Πυργετό, γίνεται λαϊκό προσκύνημα, ενώ χιλιάδες κόσμου παρελαύνει από το ξενοδοχείο «Μουστάκα», όπου έχει τοποθετηθεί το λείψανό του, μέχρι να ταφεί στο χωριό Ομόλιο, εκεί όπου σήμερα βρίσκεται η προτομή του. Ο θάνατος του Αντύπα απογοητεύει τον θείο του, που πουλά τα κτήματά του και φεύγει από την περιοχή. Ταυτόχρονα, όμως, εμπνέει τους κολίγους, και το όραμά του θεριεύει την αγροτιά, που τρία χρόνια αργότερα με σύνθημα την «Απαλλοτρίωση» θα φουντώσει τη μεγάλη εξέ-γερση του Κιλελέρ.

Ο Δημήτρης Ανδρουτσόπουλος στο «Αναρχικό Δελτίο» σημειώνει για τα γεγονότα που χρόνια μετά ακολουθούν: «Στις 20 Ιανουαρίου 1910 συγκροτήθηκε μεγάλο συλλαλητήριο στην Πλατεία της Καρδίτσας, στο οποίο έλαβαν μέρος χιλιάδες αγρότες. Στις 7 Φεβρουαρίου συλλαλητήρια επαναλαμβάνονται σε πολλές πόλεις και κωμοπόλεις της Θεσσαλίας. Στις 27 Φεβρουαρίου συγκροτούνται νέα συλλαλητήρια, και στην Καρδίτσα ξεσπούν επεισόδια με αποτέλεσμα τη δολοφονία του αγρότη Χρήστου Σάλτα από το Ανώγι και τον τραυματισμό ορισμένων άλλων στο Σιδηροδρομικό Σταθμό. Στις 6 Μαρτίου, τρία χρόνια μετά την δολοφονία του Αντύπα, οργανώνεται μεγάλο αγροτικό συλλαλητήριο στη Λάρισα. Οι κολίγοι των απομακρυσμένων περιοχών θα έρχονταν στην πόλη με το πρωινό τρένο. Στη στάση στο Κιλελέρ οι κολίγοι που επιβιβάζονται, μετά από διαταγή του διευθυντή των σιδηροδρόμων Θεσσαλίας, αντιμετωπίζονται με τη δύναμη των όπλων του στρατού, με αποτέλεσμα δύο νεκρούς και πολλούς τραυματίες. Το ίδιο συμβαίνει και στην επόμενη στάση του τρένου στο Τσουλάρ, σημερινή Μελία, όπου δύο ακόμη διαδηλωτές σκοτώνονται και πολλοί τραυματίζονται από πυροβολισμούς που ρίχνουν οι στρατιώτες μέσα από τα παράθυρα του τρένου. Η είδηση της αιματοχυσίας φτάνει στους συγκεντρωμένους διαδηλωτές στη Λάρισα, όπου ξεσπούν συγκρούσεις και οι δυνάμεις καταστολής χτυπούν στο ψαχνό. Μετά την εξέγερση και τη σφαγή των αγροτών στις 6 Μάρτη του 1910 η κυβέρνηση του Στέφανου Δραγούμη προχώρησε σε συλλήψεις και οργάνωσε δίκες κατά των αγροτών. Οι κυβερνήσεις, όμως, που ακολούθησαν στα επόμενα χρόνια, μπροστά στην απειλή νέων εξεγέρσεων προχώρησαν σταδιακά στην απαλλοτρίωση των τσιφλικιών και μέχρι το 1955 το μεγαλύτερο μέρος της γης αποδόθηκε στους αγρότες».

ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ

Λίγο πριν προσπαθήσουμε να εξετάσουμε τις θέσεις και τα πιστεύω του Αντύπα, καθώς και τα βασικά χαρακτηριστικά της ιδεολογίας του, κρίνεται σκόπιμο να φωτιστεί, κάπως περισσότερο, το γενικότερο κλίμα και το περιβάλλον, μέσα στο οποίο αυτή η ιδεολογία γεννήθηκε και ωρίμασε.

Την κατάσταση στο εσωτερικό της χώρας έντονες διαφοροποιήσεις και διαρκείς ζυμώσεις τη χαρακτηρίζουν στα χρόνια αυτά, καθώς νέες συνθή-κες στον οικονομικό τομέα αρχίζουν να διαμορφώνονται, αρχικά με την εισροή ξένων κεφαλαίων (δανειακού, κυρίως, χαρακτήρα) και μετέπειτα με τη συσσώρευση κεφαλαίων του απόδημου ελληνισμού με επενδύσεις σε γη και σε μεγάλες επιχειρήσεις.

Παράλληλα, σημαντικά καθορίζουν πλέον τα κοινωνικά πράγματα αφενός η βιομηχανική επανάσταση και τα επακόλουθά της (ένα από τα οποία η εμφάνιση των πρώτων εργατικών ενώσεων) και αφετέρου το οξύτατο αγροτικό πρόβλημα, συνέπεια της μεγάλης γαιοκτησίας και της δημιουργίας, ειδικά για τη Θεσσαλία, της τάξης των αγροτών-κολίγων. Ταυτόχρονα, εκφρασμένη από γνήσιες δημοκρατικές ομάδες, διατηρείται σταθερή η αντίθεση προς το βασιλικό οίκο, ο οποίος ακόμα παρεμβαίνει καθοριστικά στις εξελίξεις.


Αυτό το τοπίο των κοινωνικοοικονομικών αλλαγών στς δομές της χώρας δε θα αφήσει ανεπηρέαστα τα πράγματα στο ιδεολογικό επίπεδο, γεγονός που θα έχει ως αποτέλεσμα και την επικράτηση συγκεκριμένων ιδεολογικών τάσεων. Έτσι, η διάδοση σοσιαλιστικών ιδεών από τη μια (με κυρίαρχες τις τάσεις τού αναρχικού σοσιαλισμού, του ουμανιστικού-χριστιανικού σοσιαλισμού και του επιστημονικού σοσιαλισμού) αλλά και ταυτόχρονα η έξαρση του εθνικισμού και του πατριωτισμού με πρόταγμα την ολοκλήρωση της εθνικής αποκατάστασης του ελληνισμού είναι εκείνα τα ιδεολογικά ρεύματα που χαρακτηρίζουν αυτήν την περίοδο.

Ο απόηχος όλων αυτών των μεγάλων πολιτικών και κοινωνικών μετασχηματισμών της εποχής του και η εμφάνιση νέων ισχυρών ιδεολογικών ρευμάτων και κοινωνικών τάσεων θα επηρεάσουν, όπως είναι φυσικό, και θα χρωματίσουν ανεξίτηλα και σε μεγάλο βαθμό την ιδεολογία του Αντύπα.

Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Αντύπας κατέγραφε τη σκέψη και τις ιδέ-ες του σε κείμενα που δημοσίευε στην εφημερίδα του, αλλά δεν άφησε πίσω του κάποιο βιβλίο ή κάποιο ολοκληρωμένο έργο, στο οποίο να σχηματοποιεί τα πιστεύω του. Ίσως, γι’ αυτόν το λόγο, να έχουν γραφεί τόσα πολλά σχετικά με την ιδεολογία του και, ακόμα και σήμερα, διάφορες τάσεις συχνά να συγκρούονται στην προσπάθειά τους να την οικειοποιηθούν.

Η παρούσα μελέτη δε θα σπεύσει να χαρακτηρίσει ή, πολύ περισσότερο, να σφετεριστεί τις ιδέες και το όραμα ενός αγωνιστή, τα οποία εντέλει υπερασπίστηκε με την ίδια του τη ζωή. Μεταφέρουμε από κείμενο της εφημερίδας «Ποντίκι»: «Σε κάθε περίπτωση, όμως, ακόμη και αν το πολιτικό του στίγμα, με βάση τα σημερινά δεδομένα, δεν ήταν απόλυτα σαφές, οι μέθοδοί του ήταν σαφέστατες: αγώνας, διεκδίκηση, σύγκρουση. Σαν ένδειξη σεβασμού προς τους αγώνες του και τον θάνατό του, ας αφήσουμε να τον χαρακτηρίσουν ιδεολογικά οι τελευταίες λέξεις που είπε ξεψυχώντας: Ισότης, Αδελφότης, Ελευθερία».

Προσυπογράφοντας τα παραπάνω, αρκούμαστε στην καταγραφή, πλέον των όσων ήδη αναφέρθηκαν, κάποιων βασικών στοιχείων που δομούν τη σκέψη του, όπως αυτά σκιαγραφούνται στα κείμενα και διαφαίνονται από τα κηρύγματά του:

Αναγνωρίζοντας σαν μοναδική αξία στη ζωή την εργασία και ως προνομιούχα τάξη μόνο αυτήν των εργαζομένων, ο Αντύπας στόχευε στην κοινωνική λύτρωση αυτών και τη νομοθετική προστασία τους (περιορισμό των εργάσιμων ωρών, νομοθετικό καθορισμό του ημερομίσθιου, δημιουργία ταμείου συντάξεων, διανομή των θεσσαλικών τσιφλικιών και των μοναστηριακών κτημάτων στους ακτήμονες, καθιέρωση ίσων δικαιωμάτων για όλους, καθιέρωση πλήρους αποκέντρωσης, προοδευτική φορολογία κεφαλαίου και εισοδήματος, ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων της χώρας). Ριζοσπαστικού χαρακτήρα η πίστη του στη λαϊκή κυριαρχία και η θέση του για δημιουργία ενός συστήματος με βασικές διαρθρωτικές κοινωνικές δυνάμεις τους εργαζόμενους.

Στο πρόγραμμά του, που δημοσιεύτηκε την 23.04.1905 στην εφημερίδα του, αναφέρει: «… ανακηρύττομεν ως υπέρτατον Νόμον την Καθολικήν Εργασίαν, το Καθολικόν Καθήκον, το Καθολικόν Δικαίωμα… Αναφωνούμεν: Ζήτω ο εις και μόνος άρχων λαός, η μία και μόνη προνομιούχος τάξις των εργατών».

«Είμαι Σοσιαλιστής όνομα και πράγμα», προσθέτει στο τελευταίο άρθρο του, την 23.02.1907, «φέρω τον τίτλον μου πιστώς και υπερηφάνως. Πιστεύω ως Παντοκράτορα, ποιητήν ορατών τε και αοράτων, την Εργασίαν, και ως ομοούσιον και αχώριστον τριάδα τής ευτυχίας και ειρήνης, την Ελευθερίαν, Ισότητα και Αδελφότητα».

Ο Αντύπας έτρεφε απεριόριστη αγάπη για τον άνθρωπο και πίστευε στη χειραφέτηση και την πνευματική, ηθική και υλική ανάπτυξη των λαϊκών τάξεων. Βαθιά διαποτισμένος από τέτοιες αρχές και αξίες πανανθρώπινες, διακήρυττε με πάθος την ελευθερία και την αδελφοσύνη των λαών· οραματιζόταν μία πατρίδα να περιλαμβάνει όλη την ανθρωπότητα και στην οποία υπάρχει μία μόνο τάξη, αυτή των εργαζομένων, και μια μονάχα κοινωνική οικογένεια, στην οποία όλοι ανεξαίρετα εργάζονται αλληλοβοηθούμενοι.

Στο πρόγραμμά του διαβάζουμε: «Ζητούμεν την Παγκόσμιαν Ελευθερίαν-Ισότητα-Αδελφότητα. Θέλομεν την κατάργηση των Φυλών και των Πατρίδων, την κατάργησιν των Αφεντών και Δούλων. Ζητούμεν μίαν πατρίδα περιλαμβάνουσαν σύμπασαν την ανθρωπότητα, μίαν τάξιν ανθρώπων, την των εργαζομένων και αδελφών απολαμβανόντων ίσα δικαιώματα και εχόντων τα αυτά καθήκοντα…».

Πολέμιος των εξοπλισμών, των εθνικών διεκδικήσεων, του ανταγωνισμού και της διαμάχης των λαών, ο Αντύπας διακήρυττε πως το δυναμικό των εργατών δεν πρέπει να αναλώνεται στην κατασκευή πολεμικού υλικού και την εξυπηρέτηση των συμφερόντων της εξουσίας, αλλά να κατευθυνθεί στην κατασκευή υποδομών (σχολεί-ων, συγκοινωνιών και εργοστασίων) με σκοπό την παγκόσμια ειρήνη και τη βελτίωση των συνθηκών της ζωής όλων των ανθρώπων.

Γράφει: «… και αι εκκρηκτικαί ύλαι και όλα τα άλλα μέσα της σφαγής και του αίματος δεν έχουν άλλο σκοπό ειμή την αλληλοκτονίαν των Λαών, διά να ανέρχωνται υψηλά οι τύραννοι, οίτινες απαθείς και λάμποντες εκ της χλιδής και του χρυσού εδημιούργησαν τα μέσα ταύτα».

Την ιδεολογία του Αντύπα παρά τις προοδευτικές και ριζοσπαστικές βάσεις της διέπνεε ένα ζωηρό αίσθημα πατριωτισμού· όμως, επρόκειτο για έναν πατριωτισμό ιδιόμορφο, αφού δεν τον έβλεπε ως μέσο απομόνωσης και περιχαράκωσης των λαών, αλλά, ταυτίζοντας την πατρίδα με το λαό, τον θωρούσε ως κατοχύρωση των ελευθεριών και των δικαιωμάτων του. Για το λόγο αυτό, παρουσίαζε την ελληνική αρχαιότητα και τις παραδόσεις του τόπου ως αναφαίρετο κτήμα και ιερή παρακαταθήκη του λαού και ως κίνητρο για την κοινωνική κάθαρση και αλλαγή.

Παράλληλα με την αρχαία ελληνική φιλοσοφία σημαντική επιρροή δέχτηκε ο Αντύπας και από τη χριστιανική ηθικολογία· κι αυτήν, όμως, την καταλάβαινε ξεκομμένη από τη μεταφυσική χριστιανική αντίληψη και τη νοούσε ως πολιτική ενεργητικής πάλης, τοποθετημένη στέρεα στη φυσική ανθρώπινη υπόσταση. Και η χριστιανική διδασκαλία τον έθελγε, συνεχίζει ο Σπ. Λουκάτος, μόνο στο βαθμό που συντελούσε στην πανανθρώπινη ισότητα και αδελφότητα.

Συνειδητοποιώντας πως το κατεστημένο είναι διεφθαρμένο από την ίδια του τη φύση και τη δομή, ο Αντύπας πίστευε ένθερμα στην ανάγκη κατάλυσής του· γι’ αυτό και αναγνώριζε την αναγκαιότητα πάλης ως μέσο ανατροπής της πραγματικότητας και φορέα πολιτικών και κοινωνικών αλλαγών.

Το όλο ιδεολογικό του πλέγμα διαπνεόταν από έντονο επαναστατικό πνεύμα και εκρηκτικότητα. Αναφέρει στην «Ανάστασις» την 17.09.1905: «Είμεθα επαναστάται! Ούτος είνε ο τίτλος μας και διά τούτο καυχώμεθα! Ζητούμεν Επανάστασιν ιδεών, Επανάστασιν αισθημάτων, Παγκόσμιον Επανάστασιν Διοικητικού και Πολιτικού και Θρησκευτικού Συστήματος! Θέλομεν δηλαδή να επαναστατήσει ο εργάτης κατά του Κηφήνος, ο Χωρικός κατά του Αφέντου, ο δούλος κατά του Κυρίου». Και συνεχίζει ονειρευόμενος μία παγκόσμια Ηθική επανάσταση, η οποία θα επιβάλλει «καθαίρεσιν των βασιλέων, εξαφάνισιν των πλουσίων, κατεδάφισιν των στρατώνων και των ναυστάθμων, κατάργησιν των κοινωνικών τάξεων».

Θεωρούσε ότι η εξέγερση των λαών είναι «ο θάνατος των τυράννων, η κατεδάφισις των μεγάρων, ο φόνος των μεγάλων κλεπτών, το απαγχόνισμα των αριστοκρατών. Είναι πυρ και σίδηρος καίων και αποτεφρόνων και καλείται ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΙΣ και αύτη; ΠΡΟΟΔΟΣ».

Η ιδεολογία του Αντύπα, σφυρηλατημένη στη ριζοσπαστική παράδοση της Κεφαλλονιάς και το μεγάλο κίνημα του αναρχισμού που τον 19ο αιώνα άνθιζε στην Κέρκυρα, δέχτηκε στη συνέχεια την επιρροή σοσιαλιστικών αντιλήψεων. Γράφει ο ίδιος στην εφημερίδα του την 20.11.1904: «εφ’ όσον αι ανθρωπιστικαί βάσεις του Μεγάλου Ρουσσώ και του Ηθικού Επαναστάτου Τολστόη και η σμίλη του Μεγάλου Κουροπάτκιν (σ.σ. Κροπότκιν) και του Μπακουνίν (σ.σ. Μπακούνιν) δεν Νομοθετίσουν νέους Νόμους και δεν χαράζουν βαθειά μες στα στέρνα των Λαών τα νέα άρθρα του ανθρωπιστικού Κώδικος… αδύνατον αι κοινωνίαι να γευθώσιν των καρπών της Δικαιοσύνης και αληθείας».

Ο Γ. Κορδάτος στην «Ιστορία του αγροτικού κινήματος στην Ελλάδα» αναφέρει γι’ αυτόν: «Ούτε ξένες γλώσσες ξέρει ούτε μόρφωση σοσιαλιστική έχει. Τα μεταφρασμένα στα ελληνικά βιβλία του Τολστόι, του Κροπότκιν, του Μπέμπελ, του Ζολά κ.ά. τον επηρεάζουν πολύ. Θα είχε διαβάσει επίσης την ιστορία της γαλλικής Επανάστασης καθώς και τις αναρχικές μπροσούρες που είχαν κυκλοφορήσει... στην Πάτρα, στον Πύργο και αλλού. Το δίχως άλλο κι απ’ τα φυλλάδια του Καλλέργη και του Δρακούλη κάτι θα πήρε. Στο μυαλό του, όμως, δεν ξεχώριζε τον Τολστόι από τον Μπέμπελ, τον Ζολά από τον Κροπότκιν. Όλους τους έπαιρνε για σοσιαλιστές της ίδιας μάρκας».

Ο ίδιος ο Αντύπας σε άρθρο του της 22.02.1907 γράφει για τον εαυτό του: «… δυστυχώς, δεν είμαι ούτε ήρωας ούτε άγιος ούτε πατριώτης και δεν κινδυνεύω τόσον. Είμαι όμως ένας μικρός φορεύς χαλίκων προωρισμένων διά την άνευ ορίων οικοδομήν της αγάπης και άλληλοβοηθείας...». Και συνεχίζει «… διά τούτο παρακαλώ να δημοσιεύσητε τι είμαι και τι προσπαθώ, ίνα απαλλάξω την κοινήν γνώμην από την περιέργεια που της εκόλλησεν, οι μεν φίλοι παριστώντες με ως γίγαντα, ενώ είμαι ένας νάνος, οι δε εχθροί παριστώντες με ως ένα αιμοβόρον λύκον, ενώ είμαι ένα αρνί-ον χωρίς μαλλί».

Ένας «μικρός φορεύς χαλίκων», ένα «αρνίον», ένας «νάνος» που το όραμά του, όμως, ξεπερνούσε το αγροτικό ζήτημα, κοιτούσε το μέλλον και άγγιζε, αν δεν προωθούσε, το αίτημα της κοινωνικής απελευθέρωσης. Ο Μαρίνος Αντύπας, αναφέρει ο Δ. Ανδρουτσόπουλος, «δεν ήταν απλά ένας ρομαντικός ουτοπιστής, όπως συχνά παρουσιάζεται, αλλά ένας εξεγερμένος».


22530
Μου αρέσει Προσθήκη σε... Αποστολή

Πηγές και βιβλιογραφία

- Μαρίνου Αντύπα, «Προς τον λαόν και άλλα κείμενα», εκδόσεις Κούριερ εκδοτική, εισαγωγή Θ. Μπενάκη, Αθήνα 2000.- Μαρίνου Αντύπα, «Τι είμαι» και «Βλάπτει», εφημερίδα Πανθεσσαλική, 26/27.02.1907 και εφημερίδα Ανάστασις, 24.03.1907.- Μαρίνου Αντύπα, «Το πρόγραμμά μας», εφημερίδα Ανάστασις, 23.4.1905.- Μαρίνου Αντύπα, «Είμεθα επαναστάται», εφημ. Ανάστασις, 17.9.1905.- Δημ. Ανδρουτσόπουλου, «Μαρίνος Αντύπας», Ιστορικό Αναρχικό Δελτίο, Αναρχικό δελτίο 43, Φλεβάρης 2007.- Χρήστου Βραχνιάρη, «Ανάμεσα σε δύο εξεγέρσεις: Κιλελέρ 1910-Τρίκαλα 1925», εκδόσεις Αλφειός, Αθήνα 1985.- «Η Σοσιαλιστική Σκέψη στην Ελλάδα», εισαγωγή, επιλογή κειμένων Παναγιώτης Νούτσος, εκδόσεις Γνώση, τόμος Α΄.- Γιάννη Δ. Καψάλη, «Μαρίνος Αντύπας, ο πρωτομάρτυρας σοσιαλιστής και πρόδρομος του Κιλελέρ», εκδόσεις Γ. Ήβος.- Γ. Κορδάτου, «Ιστορία του Ελληνικού Εργατικού Κινήματος», εκδόσεις Μπουκουμάνη, Αθήνα 1972.- Σπύρου Λουκάτου, «Μαρίνος Αντύπας: Η ζωή, η εποχή, η ιδεολογία, η δράση και η δολοφονία του», Έκδοση Ομοσπονδίας Κεφαλληνιακών και Ιθακησίων Σωματείων, Αθήνα 2007.- Γιώργου Πετρόπουλου, «Μαρίνος Αντύπας, ο μάρτυρας της αγροτιάς», εφημερίδα Ριζοσπάστης, 10.03.2002.- Γιώργου Πετρόπουλου, «Εκατό χρόνια από τη δολοφονία του Μαρίνου Αντύπα», εφημερίδα Ριζοσπάστης, 06.05.2007.- Τζουγανάτου Νικόλαου, «Ο Μαρίνος Αντύπας και οι σοσιαλιστικές εξελίξεις στην Κεφαλονιά», 1978.- «Μαρίνος Αντύπας, άγιος των κολίγων, εφιάλτης των τσιφλικάδων», εφημερίδα Ποντίκι, αφιέρωμα, 15.3.2007.- «Υδρία, ελληνική και παγκόσμια, μεγάλη γενική εγκυκλοπαίδεια», εταιρεία ελληνικών εκδόσεων, 1980, τόμος 9, σελ 110-111।

(Δημοσιεύτηκε στην αναρχική έκδοση "Νυκτεγερσία")